Παραπλησίω τω τρόπω, η ευπαίδευτος αμάθεια, ήτις φυσιούται επί γνώσει, πολλάκις ήλεγξε τους αντιπάλους της ως μη όντας «θεολόγους». Ας ευχαριστήσωμεν τον Θεόν ότι δεν ήσαν. Διότι «θεολογία» πολλάκις εξέπεσε να σημαίνη επιπόλαιον γνώσιν τεχνικών λεπτολογιών και απλής ονοματολογίας, της απείρως απέχει πόρρω της γνώσεως του Θεού. Κατενόησεν ο Ιησούς τα βλέμματά των. Ηρμήνευσε τους μορμυρισμούς των.

Κατόπι όμως αυτά. Είπαμε κάτι για τα συστήματά του. Πάντα γέρικα είταν κι ασκητικά. Πάντα σπουδή και μελέτη. Θεολογία, νόμος, μουσική, αρχιτεχτονική, φιλοσοφία, όλα τα κάτεχε. Κατά τα τέλη της ζωής του όμως, και μάλιστα ύστερ' από το μεγάλο θανατικό του έχτου αιώνα, είχε καταντήσει ακόμα πιο μοναχικός, πιο τραβηγμένος.

Δεν υπάρχει πράγματι και μια φόρμα, που τώρα η τέχνη μεταχειρίζεται, που να μη μας ήρθε από το κριτικό πνεύμα της Αλεξάνδρειας, όπου αυτές οι φόρμες εφευρέθηκαν ή έγιναν στερεότυπες και τελειοποιήθηκαν, όχι μονάχα γιατί εκεί το Ελληνικό πνεύμα έγινε πιο συνειδητό, — και πράγματι στο τέλος εξατμίσθηκε στο σκεπτικισμό και τη θεολογία, — αλλά και γιατί σ' αυτή την πόλη, κι όχι στην Αθήνα, αποτάθηκε η Ρώμη για τα μοντέλα της και με τη διάσωση της Λατινικής έζησαν τα γράμματα κ' οι Τέχνες.

Αλλά κατά την εποχήν εκείνην τα προϊόντα του ανθρωπίνου εγκεφάλου δεν ήσαν ακόμη διατεταγμένα εις τακτικά χωρίσματα, ως τα ερπετά εις τας φιάλας μουσείου. Μόνη επιστήμη υπήρχεν η θεολογία, έχουσα εκατόν ως ο Βριάρεως χείρας, τα πάντα περισφίγγουσα εις τους κόλπους της και εν τούτοις ολόκληρος εις την ξανθοπλόκαμον κεφαλήν της ημετέρας ηρωίδος περιεχομένη.

Ο Θεόδωρος τον παρετήρει έκπληκτος. — Σαν να τον γνωρίζω, μου φαίνεται, αυτόν τον σκύλο, είπε. Τίνος είνε; Τίνος είνε; Και επροσπάθει ν' αναμνησθή. Αλλ' εδυσκολεύετο. — Κάποιου φίλου μου θα είνε βέβαια, έλεγε. Μπα! και θέλει θεολογία πως είνε φίλου μου; Αφού έρχεται και μου σει την ουρά. Μεγάλο πράγμα πώς το κατάλαβα! Αλλά τίνος να είνε;