Υποθέτει βεβαίως αυτόςκαι διά τούτο το κάμνει, — ότι τοιουτοτρόπως πολιτίζεται, εξευγενίζεται, ως λέγει, και θαυμάζει ίσως ενδομύχως πόσον εύκολος είνε ο πολιτισμός.

Ο Ιερώνυμος δε, όστις έλαβε μέρος εις πολλούς πολέμους και υπέστη πολλούς κόπους και τραύματα, έζησεν εκατόν τέσσαρα έτη, ως λέγει ο Αγαθαρχίδης εις την εννάτην των Ασιατικών του ιστοριών, όπου θαυμάζει τον Ιερώνυμον διά την αρτιότητα, την οποίαν διετήρει εις τας ανδρικάς του δυνάμεις και όλας του τας αισθήσεις, και την ακμαίαν υγείαν.

Τον οποίον ο μεν ευτυχής πρώτον με θαυμάζει, έπειτα δε επιθυμεί να σπουδάση όσα είναι δυνατά εις την ανθρωπίνην φύσιν, διότι φρονεί ότι ούτω πως θα ζήση άριστα και ευτυχέστατα όσον ζη, και όταν αποθάνη θα έλθη εις τόπους αρμοδίους διά τους εναρέτους και πραγματικώς μεμυημένος, αποκτήσας φρόνησιν όσην ουδείς άλλος, και εις τον υπόλοιπον χρόνον του εμβαθύνων εις τα ωραιότερα, από όσα υποπίπτουν εις την όρασίν μας.

Παρατείνεται δε η κατάστασις αύτη μέχρις ου ευρεθή τις να αναλάβη την υπεράσπισιν του λαού και χαλιναγωγήση τους τοιούτους· τότε ο λαός θαυμάζει τον άνθρωπον τούτον, όστις θαυμαζόμενος δεν βραδύνει να γίνη βασιλεύς. Ώστε φαίνεται και εκ τούτου ότι η μοναρχία είναι η καλλιτέρα διοίκησις.

ΡΩΣ Ο βασιλεύς μας έλαβε με αγαλλίασίν του Την είδησιν της νίκης σου· κι' όταν ακούη, Μάκβεθ, πόσην ανδρείαν έδειξεςτον πόλεμον, θαυμάζει και δεν ευρίσκει τι να 'πή διά να σ' επαινέση, κι' αρχίζει πάλιν να 'ρωτά της μάχης τα συμβάντα, κι' ακούει πώςτων Νορβεγών τ' ανδρειωμένα στίφη αντίκρυζες ατρόμητος τα έργα των χειρών σου, φρικτά θεάματα σφαγής!

Ούτως η Λαίδη Μάκβεθ, ουχί ο σύζυγος αυτής σχεδιάζει τα της δολοφονίας του Δώγκαν, ούτος δ' εξίσταται και θαυμάζει ακούων το τέχνασμα, δι' ου η Λαίδη προτίθεται να επιρρίψη επί των κοιμωμένων δούλων την ευθύνην του εγκλήματος, εξασφαλίζουσα την επιτυχίαν αυτού.

Έκθαμβοι και δακρυρροούντες θεωρούν πάντες το μέγα και υψηλόν τούτο θέαμα της περί θανάτου πάλης των δύο φίλων. Και αυτός δε ο σκληροκάρδιος τύραννος συγκινείται επί τέλους, και θαυμάζει το ύψος και το μεγαλείον της αληθούς φιλίας, της οποίας την δύναμιν ουδέποτε είχεν αισθανθή, ουδέποτε είχε φαντασθή.

Όταν επανέρχεταί τις διά της διανοίας εις τους χρόνους εκείνους εξίσταται και θαυμάζει πώς και διά τίνων μέσων οι γενναίοι ημών προπάτορες εδυνήθησαν ν' αντιταχθώσι μόνοι προς τηλικαύτην των εχθρών δύναμιν.

Ο Ιώσηπος θαυμάζει και μακαρίζει τον Άνναν τούτον, ως φθάσαντα εις βαθύ γήρας, αρχιερατεύσαντα αυτόν, και αξιωθέντα να ίδη πέντε υιούς του και έκτον τον γαμβρόν του αρχιερείς. Αλλά να θαυμάζηταί τις υπό τοιούτου εξωμότου, οίος ο Ιώσηπος, είνε πολύ αμφίβολον ευτύχημα. Ενώπιον του μοχθηρού τούτου ανθρώπου προσήχθη ο Σωτήρ του κόσμου διά ν' ανακριθή.

Την εκτιμά, την σέβεται, την θαυμάζει, αλλ' αυτά όλα κάμνουν την αγάπην του καθήκοντος, η οποία καμμίαν σχέσιν δεν έχει με την αληθινήν... Και διά τούτο εις πρώτην ευκαιρίαν πίπτει πάλιν εις τας αγκάλας μιας παλαιάς του ερωμένης, η οποία είνε συνήθης γυναίκα, χωρίς προτέρημα και χωρίς αξίαν, αλλ' είνε η Γυναίκα, το θήλυ, που τον γοητεύει και τον τραβά.