Ο Καραϊσκάκης, αφ' ού το φρούριον κατέστη εις την ανήκουσαν ασφάλειαν, βλέπων ότι ήτον αρμόδιος καιρός να εκστρατεύση κατά το προμελετηθέν σχέδιον, προσκληθείς και από τον Γ. Δυωβουνιώτην και I. Ρούκην όντας τότε υποτεταγμένους εις τους εχθρούς, απεφάσισε να κινηθή· έκρινε όμως αναγκαίον να κοινοποιήση προηγουμένως το σχέδιον τούτο και εις τους εις Μέγαρα στρατοπεδευμένους Σουλιώτας αρχηγούς, διά να τους πείση να συνεκστρατεύσωσι προθύμως και αυτοί· και τούτο διότι υπώπτευεν ότι, έχοντες προς αυτόν αντιζηλίαν, εμπορούσαν να μην ακολουθήσωσιν εις την εκστρατείαν, προφασιζόμενοι ότι δεν τους εσυμβουλεύθη.

Οι Λακεδαιμόνιοι οι οποίοι είχαν αναχωρήσει εξ Άργους μετά την συνομολόγησιν της τετραμήνου ανακωχής, πικρώς παρεπονούντο εναντίον του Άγιδος, διότι δεν καθυπέταξε το Άργος, αφήσας ούτω να διαφύγη η καλυτέρα περίστασις πού ημπορούσε ποτέ να παρουσιασθή, ως ενόμιζαν αυτοί· διότι δεν ήτο εύκολον να εύρη τις συνηθροισμένους εις έν μέρος τοσούτους και τοιούτους συμμάχους.

Τυχαίως διέφυγα εγώ από του να κατακρημνισθώ εις το φρέαρ, εγνώριζα δε ότι η σύλληψις εις την παγίδα του καταδίκου και ο αιφνιδιασμός ως προς τας βασάνους απετέλει μίαν από τας κυριωτέρας παραδόσεις των ποινών αυτών. Επειδή δε δεν έπεσα εις την άβυσσον, δεν επετρέπετο κατά τα διαβολικά των σχέδια να με ρίψουν αυτοί· επομένως μου επεφυλάσσετο ασφαλώς ένας θάνατος διάφορος και γλυκύτερος.

Κάθε ένας έλεγε· τι άνθρωπος τάχα να είμαι, που δεν έβλεπαν εις εμέ καμμίαν μεταβολήν, οι γεροντότεροι με έδειχναν με το δάκτυλον των παιδιών τους λέγοντας· βλέπετε εκείνον τον καλόν άνθρωπον; μη στοχασθήτε πως τον είδαμεν ποτέ νέον, μα πάντα έτσι γέροντα και στεγνόν, και έχομεν παράδοσιν από τους προπαππούδες μας, πως πάντα έτσι τον είδον και αυτοί· όλος ο κοινός λαός με έκραζαν γέροντα αθάνατον και οι γραμματισμένοι Νέστορα Ινδιάνον και άλλοι με άλλα επίθετα.

Φθάσαντες δε εις τα Μέγαρα ανεχώρησαν πάλιν πεζή εις την Κόρινθον· οι δε Αθηναίοι μη προφθάσαντες αυτούς εις την Σαλαμίνα απέπλευσαν και αυτοί· έκτοτε όμως εφύλαττον προσεκτικώτερον τον Πειραιά, κλείοντες τους λιμένας και λαμβάνοντες όλας τας αναγκαίας προφυλάξεις.

Δεν είτανε Σλάβοι αυτοί· Ούνους τους ονομάσαμε τότες, κ' είτανε σταλήθεια είδος Ούνοι, φυλή «Ουγγροφιννική». Σαν πέρασαν τα Δούναβη στα 499 και κατεβήκανε για λογαριασμό τους και νίκησαν ταυτοκρατορικά στρατέματα, γυρίσανε στα λημέρια τους λάφυρα φορτωμένοι· και τόσο γλυκάθηκαν, που δευτέρωσαν το ταξίδι τους και στα 502.

Εις τον λάκκον τον οποίον είχον ορύξει ενέπεσον αυτοί· το πομπώδες ερώτημα το οποίον ήτο προορισμένον ως μηχάνημα προς καταστροφήν άλλου εξερράγει εις τα οπίσω προς ιδίαν αυτών σύγχυσιν και καταισχύνην. Ο Ιησούς δεν τους επίεσε περισσότερον εν τη αμηχανία των, καίτοι καλώς εγνώριζε ότι το δεν ηξεύρομεν ήτο ίσον με το δεν θέλομεν να είπωμεν.