Και ταύτα μεν ήκουσα από τους ιερείς των Θηβών· αι δε ιέρειαι της Δωδώνης λέγουσιν ότι δύο μαύραι περιστεραί είχον πετάξει από τας Θήβας της Αιγύπτου, και η μεν ήλθεν εις την Λιβύαν, η δε εις την Δωδώνην· η τελευταία αύτη εκάθησεν επί φηγού και λαβούσα φωνήν ανθρωπίνην τοις είπεν ότι εις αυτόν τον τόπον έπρεπε να συστήσωσι μαντείον του Διός· ο λαός ενόησεν ότι το άγγελμα εκείνο ήτο θείον και εξετέλεσεν αμέσως τα παραγγελθέντα.

ΔΗΜΗΤ. Χαίρε, πολυχρώματη μηνύτρα, που ποτέ δεν παρακούς τη γυναίκα του Διός· που με τα κίτρινα φτερά σου στα άνθια μου απάνου σταλάζεις μέλι, και χύνεις δροσιστικές βροχές, με την μίαν άκρη και με την άλλη του γαλάζιου δοξαριού σου στεφανώνεις τα σύλλογγα χωράφια μου και τες γυμνές αμμουδιές μου, λαμπρό ζωνάρι της υπερήφανης γης μου· γιατί η βασίλισσά σου μ' εκάλεσε εδώ, εις το φτωχό τούτο χορτάρι;

Και πρώτοι μεν εις διάστημα δέκα ημερών από τας Θήβας είναι οι Αμμώνιοι, εις τους οποίους υπάρχει ναός οικοδομηθείς κατά το σχέδιον του ναού του Θηβαιέως Διός· καθότι, ως και πρότερον είπον, το εις τας Θήβας άγαλμα του Διός είναι κριοπρόσωπον.

Εκ των θεών τους μόνους τους οποίους λατρεύουσιν είναι πρώτον η Εστία, έπειτα δε ο Ζευς και η Γη την οποίαν νομίζουσι γυναίκα του Διός· μετ' αυτούς λατρεύουσι τον Απόλλωνα, την Ουρανίαν Αφροδίτην, τον Ηρακλέα και τον Άρην. Και αυτούς μεν τους θεούς λατρεύουσιν όλοι οι Σκύθαι, οι δε βασιλικοί Σκύθαι θυσιάζουσι και εις τον Ποσειδώνα.

Την μεν λοιπόν σοφίαν, την οποίαν χρειάζεται ο άνθρωπος διά να ζήση, την έλαβε κατ' αυτόν τον τρόπον, την πολιτικήν όμως σοφίαν δεν την είχε, διότι ευρίσκετο πλησίον του Διός· εις δε τον Προμηθέα δεν επετρέπετο πλέον να εμβή εις την Ακρόπολιν που εκατοικούσεν ο Ζευς· εκτός δε τούτου και οι φύλακες του Διός επροξένουν φόβον· εμβήκεν όμως κρυφά εις το σπίτι που εκατοικούσαν μαζί η Αθηνά και ο Ήφαιστος και κατεγίνοντο εις τας τέχνας· και αφ' ου έκλεψε την τέχνην του Ηφαίστου, η οποία γίνεται με την φωτιά και την άλλην τέχνην της Αθηνάς, την έδωκεν εις τον άνθρωπον, και ένεκα τούτου ημπορεί ο άνθρωπος εύκολα να ζη· ο δε Προμηθεύς υστερώτερα εξ αιτίας του Επιμηθέως, καθώς λέγουν, ετιμωρήθη διά την κλοπήν.