Αύτη ήτο η έννοια της Τετάρτης Εντολής. Κατά ποίαν έννοιαν παρεβιάζετο αύτη αν είς άνθρωπος διά θαύματος ήθελε να φέρη οίκαδε το κλινίδιον, το οποίον ήτο ίσως το μόνον πράγμα το οποίον εκέκτητο; Ότι ο άνθρωπος πράγματι παρεβίαζεν ήτο όχι ο νόμος του Θεού, αλλά τα ελεεινά συμπεράσματα της τετριμμένης λεπτολογίας των, της παγεράς παραδόσεώς των, ήτις σοβαρώς είχεν αποφανθή ότι το Σάββατον υποδήματα με καρφία δεν έπρεπε να φορή τις, επειδή ήσαν βάρος, αλλ' υποδήματα χωρίς καρφία, και ότι είς άνθρωπος ηδύνατο να φέρη ένα άρτον, αλλ' ότι δύο άνθρωποι δεν έπρεπεν ομού να τον κρατώσι, και ούτω καθεξής, μέχρι των άκρων της απεραντολογίας, και της τυραννικής ατοπίας των.

Η θέα της λυσικόμου ταύτης γυναικός, το αίσχος της ταπεινώσεώς της, η αγωνία της μεταμελείας της, το πολύδακρυ των οφθαλμών της, η θυσία του μύρου εκείνου, θα ηδύναντο να κινήση και λιθίνην καρδίαν εις συμπάθειαν. Αλλ' ο Σίμων, ο Φαρισαίος, απέβλεψε προς τούτο μετά παγεράς αποδοκιμασίας. Η έκκλησις εις έλεος εκ μέρους της θρηνούσης δεν τον συνεκίνησε.

Υψηλός, με γυμνάς τας κνήμας, αισθανόμενος φρικιάσεις παγεράς εις τα νώτα του, με το πρόσωπον ήσυχον, πράον, επίμηκες, από βράχου εις βράχον, επανήρχετο προφυλακτικώς, αποφεύγων τους νυγμούς των αιχμηρών, ακανθωτών σκοπέλων. Πρώτην φοράν απέβαινεν επί της ξηρονήσου ταύτης, ης η περιφέρεια ήτο ελαχίστη.

Ως νέος Ηλίας ενώπιον άλλου Αχαάβ, φέρων το εκ τριχών καμήλου ένδυμα και την δερματίνην ζώνην του, ο αυστηρός ερημίτης, όστις είχεν υπερβή τους όρους της φύσεως, αλλ' είξευρε να «συντηρή τους θεσμούς της δικαιοσύνης» προς τους κοινούς ανθρώπους, έστη άφοβος ενώπιον του αιμομίκτου βασιλέως. Οι λόγοι του έπεσον ως πεπυρακτωμένος σίδηρος επί της σκληράς εκείνης και παγεράς συνειδήσεως.