Ο Ρούντυ εσκέφθη μίαν στιγμήν εκείνο που του διηγήθησαν, ότι ήτο πεσμένος με την μητέρα του κάτω βαθιά, μέσα εις μίαν ψύχος αποπνέουσαν φάραγγα· αλλ' αυταί αι σκέψεις ήσαν φευγαλέαι και του εφάνη και αυτή η διήγησις, όπως όλαι αι τόσαι άλλαι ιστορίαι, που είχεν ακούσει να του διηγούνται.

Ψυχρά, παγετώδης τον ητένισε. Εκείνος έκλινε την κεφαλήν ανίσχυρος. Η Κίρκη έκυψε και του εθέρμανε το πρόσωπον με την πνοήν της την αποπνέουσαν μύρα και δηλητήριον . . . — Αλλά τότε φροντίζω εγώ μόνη· έχω τον τρόπον· δεν τον γνωρίζεις; Εις έν νεύμα μου μόνον . . . Του εψιθύρισε με την μαγευτικώς γλυκείαν φωνήν της. Εκείνος έπεσεν εξουθενημένος, ενώ εκείνη απεσύρετο βεβαία περί της νίκης της.

Το πρώτον συνίστατο ως τα του Ευαγγελίου, εκ ξηρού άρτου, ον μ' έκαμε να εύρω ηδύτατον η πείνα, και τηγανητού οψαρίου, το οποίον καθίστα τελείως ακατάποτον δυσωδία ελλυχνίου αξία να παραβληθή προς την αποπνέουσαν εκ των λόγων του Ισοκράτους.