Επιχειρούντες οι άνθρωποι πόλεμόν τινα, αρχίζουν εξ εκείνου του σημείου εις το οποίον έπρεπε να τελειώνουν, κακοπαθούντες δε τότε αρχίζουν να σκέπτωνται.

Λοιπόν ας έλθωμεν εις τα γαμήλια, και ας διδάξωμεν τους νεονύμφους· πώς και με ποίαν μέθοδον πρέπει να τεκνοποιούν, και, αν δεν υπακούουν, ας τους απειλήσωμεν με κάποιον νόμον. Πώς; Η νύμφη και ο γαμβρός πρέπει να σκέπτωνται πώς να παρουσιάσουν εις την πόλιν όσον το δυνατόν ωραιότερα και καλλίτερα παιδιά.

Δεν πρέπει λοιπόν να γίνουν σήμερον κακοί κριταί των λεγομένων, νομίζοντες ότι ταύτα δεν τους ενδιαφέρουν, αλλά να σκεφθούν ότι, εάν παραμελήσουν τας παραλίους πόλεις, ο κίνδυνος θέλει προχωρήσει μέχρις αυτών, και ότι κατ' αυτήν την στιγμήν πρέπει να σκέπτωνται τόσον περί εαυτών όσον και περί των άλλων. Διά τούτο δεν πρέπει να διστάζουν να ανταλλάξουν τον πόλεμον με την ειρήνην.

Τότε και αι δύο, θεωρούσαι γελοίον το πράγμα, να σκέπτωνται κατόπιν εορτής, έθετον τέλος εις τους ακάρπους αυτούς ελέγχους, μεταβαίνουσαι εις την άμπελον και καταγινόμεναι περί την επίπονον αυτής καλλιέργειαν, διότι αύτη μόνον απέμεινε, και διά τας δύο αυτάς ψυχάς, ως το μόνον παραμύθιον. Η άμπελος.

Έπειτα ήρχισαν να σκέπτωνται πρώτον μεν διά την εκλογήν του μέρους, όπου θα ιδρύετο το μαντείον, έπειτα δε περί της αρχής και του τρόπου της επιχειρήσεως. Ο Κοκκωνάς υπεστήριζεν ως το καταλληλότερον μέρος την Χαλκηδόνα, ως τόπον εμπορικόν και γειτονεύοντα προς την Θράκην και την Βιθυνίαν, μη απέχοντα δε πολύ και της Ασίας και της Γαλατίας και όλων των βορειότερον κατοικούντων λαών.

Τούτο προέρχεται εκ του ηπίου και αγαθού χαρακτήρος του, αν και αι κακαί γλώσσαι λέγουν ότι είνε φύσει δειλός. Μ' όλα ταύτα παρασυρθείς, φαίνεται υπό των άλλων μηνών και υπό του πάθους του, εφιλοδώρησε και αυτός ολίγα γρονθοκοπήματα εις τον Μάρτην. Αλλά μόλις εξήλθον του σπηλαίου οι μήνες, ήρχισαν να σκέπτωνται τα επακόλουθα της πράξεώς των εκείνης.

Δεν είνε μικρά ελπίς το να σκέπτωνται οι τυραννούμενοι και να λέγουν καθ' εαυτούς «αλλά μετ' ολίγον θα παύση να μας τυραννή• εντός ολίγου θαποθάνη και θανακτήσωμεν την ελευθερίαν μας». Δι' αυτούς όμως ουδέν τοιούτον ηδυνάμεθα να ελπίζωμεν, αλλ' εβλέπαμεν ήδη έτοιμον τον διάδοχον της εξουσίας.

Ταύτα εφευρόντες, διεσκέδαζον ως ακολούθως κατά της πείνης· την μεν μίαν ημέραν όλην έπαιζον, διά να μη σκέπτωνται περί τροφής, την δε άλλην διέκοπτον τα παιγνίδια και έτρωγον. Χάρις δε εις το μέσον τούτο, δεκαοκτώ έτη παρήλθον· εν τούτοις το κακόν, αντί να παύση, ηύξησε.

Οι πλούσιοι όμως τι δεν παθαίνουν από την πολυφαγίαν των, τι ποδάγρες, τι φθίσεις, τι περιπνευμονίας και υδροπικίας; Διότι αυτά είνε αποτελέσματα των πολυτελών γευμάτων. Οι περισσότεροι από αυτούς υψώνονται όπως ο Ίκαρος και πλησιάζουν εις τον ήλιον, χωρίς να σκέπτωνται ότι τα πτερά των είνε κολλημένα με κερί και ούτω πολλάκις πίπτουν με πολύν πάταγον και κατακέφαλα στη θάλασσα.

Έπειτα με ηρώτα εάν ζη κανείς εκ των απογόνων του Φειδίου και διά ποίον λόγον οι Αθηναίοι έπαυσαν να τελούν την εορτήν των Διασίων επί τόσα έτη, αν σκέπτωνται να τελειώσουν το Ολύμπιον και αν συνελήφθησαν οι συλήσαντες τον ναόν της Δωδώνης.