Ξεκίνησε, και γύρισε στο Παλάτι με την ακολουθία της, τραβήχτηκε αυτή στα δικά της κατατόπια, κι αφήκε τους προυχόντους στη μεγάλη την αίθουσα ναποφασίσουν το τι θα γίνη. Στη συζήτηση όμως απάνω ήρθανε σε λόγια οι προυχόντοι. Σηκώνεται λοιπόν ο Πραιπόντιος Ουρβίκιος και τους προτείνει ναφήσουν την εκλογή στην Αυγούστα. Συφωνούν όλοι και βάζουν τον Πατρίκιο να πάη και να προσκαλνέση τη Βασίλισσα.

Αποκρίνεται ο Θοδορίχος πως έρχεται, σώνει να τονέ σπάσουνε στα γερά, κι όχι πια συθήκες μαζί του. Συφωνούν οι δικοί μας με κάποιους όρους, και ξεκινάει ο Θοδορίχος κατά τα νότια. Είτανε συφωνημένο νανταμωθούνε, ο Θοδορίχος κι ο Πρωτοστράτηγος της Θράκης με κάμποσες χιλιάδες, στα στενά του Αίμου. Σαν κατέβηκε όμως ο Θοδορίχος στον Αίμο, μήτ' ένας στρατιώτης δε βρέθηκε να τον αντάμωση.

Εχθρός δε του ανθρώπου, — ο χειρότερος, — είν' η απροβλεψία και η οίησις! Με κράζουν! — Το μικρόν μου το δαιμόνιον, εις σύννεφο επάνω παχνοσκέπαστο, με περιμένει. Α’ ΜΑΓΙΣΣΑ 'Πάμε, 'πάμε γρήγορα! Κι αυτή όπου κι αν ήναι ξαναέρχεται. Εν τω ανακτόρω εις Φόρες. ΛΕΝΩΞ Τα όσα είπα συφωνούν μ' όσατον νουν σου είχες.