Και άλλοτε πάλιν την ήκουσαν να δογματίζη ότι ο άνθρωπος δεν συμφέρει να κάμνη πολλά κορίτσια, και ότι το καλλίτερον είναι να μη 'πανδρεύεται κανείς. Η δε συνήθης ευχή της προς τα μικρά κοράσια ήτο «να μη σώσουν!. . να μην πάνε παραπάνωΚαι άλλοτε προέβη επί τοσούτον ώστε να είπη·Τι να σας πω! . . . Έτσι τούρχεται τ' ανθρώπου, την ώραν που γεννιώνται, να τα καρυδοπνίγη! . . .

Δεν εκαλοπανδρεύθηκε η χρόνια 'πανδρευμένη· χαρά ‘ς την που 'πανδρεύεται, και νειόνυμφη ‘πεθαίνει, Σφογγίσετε τα δάκρυα· ‘ς το εύμορφον κορμί της ελάτε να σκορπίσετε το δενδρολίβανόν σας . Στολίσετέ την έπειτα και συνοδεύσετέ την ‘ς την εκκλησίαν. Απαιτεί τα δάκρυα η φύσις, αν και γελά το Λογικόν όταν η Φύσις κλαίη.

Και κρυμμένος παρίσταται εις συνέντευξιν της Λεβρέτας μετά του υποδεκανέως, όστις με την προσήκουσαν αγανάκτησιν την ερωτά αν είνε αληθές ότι πανδρεύεται με κάποιον Πασχαλάκην, «που τον έχομεν στο λόχο και καθαρίζει την... Καλλιόπη». — Τον Πασχαλάκη! απαντά η φιλάρεσκος. Εκείνη την αρκούδα! Χα! χα! χα!

Τας άκουσα να μιλούν σιγά· διηγούντο μεταξύ των ασήμαντα πράγματα, νέα της πόλεως: Πως αυτή πανδρεύεται, πως εκείνη είναι ασθενής, πολύ ασθενής, έχει ξηρό βήχα, τα κόκκαλα φαίνονται εις το πρόσωπόν της και της έρχονται λιποθυμίες· ουδέ λεπτό δεν δίνω για την ζωήν της, έλεγεν η άλλη. Ο Ν.Ν. και αυτός είναι κακά, έλεγεν η Καρολίνα.