Εν τοσούτω δύο ή τρεις φορές κατ' έτος ανεβαίνουν και μου θυσιάζουν ένα διαλεκτόν τράγον βαρβάτον, ο οποίος μυρίζει πολλήν βαρβατίλαν, και έπειτα περιδρομιάζουν τα κρέατα και μ' έχουν θεατήν της διασκεδάσεώς των, από την οποίαν απολαμβάνω εγώ μόνον τον θόρυβον. Αλλά με διασκεδάζουν κάπως τα γέλοια και τα παγνίδια των. ΔΙΚ. Και κατά τα άλλα έγειναν εναρετώτεροι υπό των φιλοσόφων οι Αθηναίοι;

Και βεβαίως το να θυσιάζουν οι άνθρωποι ο είς τον άλλον βλέπομεν ότι και τόρα ακόμη διατηρείται εις πολλά μέρη.

Και εκείνο που λέγει ο Όμηρος, ότι εις μερικούς ήρωας εμπνέει μένος ο θεός, τούτο ο Έρως κατορθώνει να γίνεται αυτομάτως εις τους ερώντας. Ούτω μόνον οι ερώντες θυσιάζουν ευχαρίστως την ζωήν των υπέρ του αγαπωμένου, και όχι μόνον οι άνδρες διότι είναι άνδρες, αλλά και αι γυναίκες.

Διότι το ότι πρώτα από όλους τους θεούς θυσιάζουν εις την Εστίαν, είναι εύλογον να το ώρισαν εκείνοι, οι οποίοι ωνόμασαν εστίαν την ουσίαν των πάντων. Όσοι δε πάλιν την ωνόμασαν &ωσίαν&, οι τοιούτοι πάλιν σχεδόν έχουν την γνώμην του Ηρακλείτου και νομίζουν ότι πάντα τα όντα κινούνται και κανέν δεν μένει στάσιμον. Και αυτά μεν ας τα αφήσωμεν έως εδώ, αφού τίποτε δεν γνωρίζομεν.

Όσοι λοιπόν, εκφωνούντες μετ' ενθουσιασμού « Θάνατος υπέρ πατρίδος είν' αθάνατος ζωή, » Είναι, δόξα αιωνία και ηρωική τιμή, » θυσιάζουν την ύπαρξίν των εις τον βωμόν της πατρίδος, είναι αναντιρρήτως τα πολυτιμότερα τέκνα αυτής· αλλ' ουχ ήττον φιλοπάτριδες είναι και όσοι δι' αγάπην της πατρίδος υποκύπτουν προθύμως εις άλλας θυσίας.

Άλλως τε, εάν κανείς άνθρωπος εγεννήθη εκ φύσεως με θεού θέλημα ικανός διά να τα εφαρμόση, τότε αυτός δεν έχει ανάγκην από νόμους διά να τον θυσιάζουν. Διότι από την επιστήμην ούτε ο νόμος ούτε η τάξις είναι ανωτέρα ούτε είναι συγχωρημένον ο νους να γίνη υπήκοος ούτε δούλος κανενός, αλλά όλα να τα εξουσιάζη, εάν βεβαίως είναι αληθινά ελεύθερος και πραγματικώς σύμφωνος με την φύσιν.

Αλλ' αυτοί οι οποίοι θυσιάζουν δεν το πράττουν από ανάγκην και προς ανταπόδοσιν, ως ν' αγοράζουν τα ευεργετήματα τα οποία λαμβάνουν από ημάς, αλλά τιμούν την υπεροχήν μας. ΚΥΝ. Μου είνε αρκετόν αυτό, αφού και συ ομολογείς ότι από τας θυσίας δεν προέρχεται καμμία ωφέλεια, αλλ' είνε μόνον τιμή εκ μέρους των ανθρώπων προς την θείαν υπεροχήν.

Δηλαδή ο μεν νόμος θα ορίση δώδεκα εορτάς διά τους δώδεκα θεούς, όσοι εδώκαν το όνομα εις εκάστην από τας φυλάς, διά να θυσιάζουν εις αυτούς μηνιαίας θυσίας και να εκτελούν χορούς και αγώνας μουσικούς και αθλητικούς, διαμοιράζοντες αυτάς καθώς αρμόζει και εις αυτούς τους θεούς και εις εκάστην ώραν του έτους, και ορίζοντες και γυναικείας εορτάς, όσαι πρέπει να εορτάζωνται χωρίς άνδρας και όσαι όχι.