Μερικά όμως εξ άλλου είνε απλώς παράλογα και αηδή, ως όταν κακίζει και καταισχύνει και επιβάλλει σιωπήν εις τους θέλοντας να τον διδάξουν· ή επιπλήττει τον Ιωσήφ· ή μεταμορφόνει τους παιδικούς συντρόφους του εις ερίφια.

Και προβάλοντα τον τράχηλόν των, τον παρετήρουν ανήσυχα με τους παιδικούς των οφθαλμούς. Ο Ιωακείμ εσυνείθιζε και έβαλεν από το βάθος του λαιμού του μίαν βραχνήν κραυγήν, η οποία τα καθίστα τόσον εύθυμα, ώστε ωρθούντο ακράτητα επί των οπισθίων ποδών των, και στενοχωρούμενα εις το περιωρισμένον εκείνο μέρος εζήτουν να τρέξωσι.

Είνε έν από τα μάλλον δυσάρεστα όνειρα που βλέπω. Διά παραπλήσιον δε λόγον, φαίνεται, η Δευτέρα και ο Σεπτέμβριος, η ημέρα και ο μην της επαναλήψεως των μαθημάτων, παρίστανται ως μορφαί κατηφείς και σκοτειναί εις την φαντασίαν μου. Και δεν μου φαίνεται πολύ παράλογος η ιδέα κατά μεν τους παιδικούς και τους εφηβικούς χρόνους να παίζωμεν και να διασκεδάζωμεν, κατά δε το γήρας να σπουδάζωμεν.

Τι λοιπόν; Θα είπης ότι και αυτά τα γνωρίζεις χωρίς να τα μάθης; Πώς, εκτός αν έλαβες παρά των Μουσών κλάδον δάφνης όπως κάποιος ποιμήν• αλλ' υποθέτω ότι ούτε εξ ονόματος γνωρίζεις τον Ελικώνα όπου λέγεται ότι κατοικούν αυταί αι θεότητες, ούτε κατά τους παιδικούς σου χρόνους κατέγινες εις αυτά τα πράγματα• εκ μέρους σου δε και μόνον ν' αναφέρης το όνομα των Μουσών είνε ασεβές.

Ενώ δε εις όλους συνεβούλευε να αποφεύγουν τους παιδικούς έρωτας ως ασεβείς, αυτός ο ενάρετος ανήρ εμηχανεύθη το εξής• παρήγγελλεν εις τας πόλεις της Παφλαγονίας και του Πόντου ν' αποστέλλουν κατά τριετίαν προς αυτόν διακόνους διά να υμνούν τον θεόν• έπρεπε δε να εκλέγωνται και να προτιμώνται οι ευγενέστατοι και ανθηρότατοι, οι διακρινόμενοι διά το κάλλος των.