Και όλοι εκπεπληγμένοι, απορούντες διά την πράξιν αυτήν του Μάρτη, του παληόγερου καθώς τον έλεγαν, εστάθησαν με οφθαλμούς διεσταλμένους, λαιμούς τεταμένους και αυτιά ολάναικτα, να ακούσουν τον γηραιόν Νοέμβριον. — Ναι, παντρεύτηκε· είπεν ούτος· μα τι κατεργάρης που σου είνε!

Ήλθε λοιπόν εις την Μίλητον ο απεσταλμένος ούτος· ο δε Θρασύβουλος, όστις ήτο προειδοποιημένος περί πάντων και ήξευρε τι έμελλε να πράξη ο Αλυάττης, εσκέφθη το ακόλουθον. Αφού έφερεν εις την αγοράν όλον τον σίτον όστις ευρίσκετο εις την πόλιν, είτε εις τας ιδίας του αποθήκας είτε εις τας των ιδιωτών, παρήγγειλεν εις τους Μιλησίους, όταν τους ειδοποιήση, να αρχίσωσι να πίνωσι και να διασκεδάζωσιν.

Ούτω δε μήτε ο Αριστέας δεν συμφωνεί μετά των Σκυθών περί της χώρας των. Ανέφερα την πόλιν εξ ης κατήγετο ο ποιητής ούτος· θα είπω δε τώρα εκείνο το οποίον ήκουσα περί αυτού εις την Προκόννησον και την Κύζικον.

Ο γηραιός στρατηγός διέταξε να του ετοιμάσουν έν φορείον και μέχρις ότου ετοιμασθή τούτο, εκλείσθη μετά της Πομπονίας εις την πινακοθήκην. — Άκουσέ με, Πομπονία, είπεν ούτος· πηγαίνω εις του Καίσαρος, αν και πιστεύω ότι το διάβημα τούτο είναι μάταιον.

Ο πατήρ αυτού, βαρελοποιός ποτε και μουσικός κατά τας ώρας της σχόλης του, μόλις είχε κατορθώσει να διδάξη τον υιόν αυτού, πλην τυπικών τινων υποκρούσεων, ένα συρτόν και ήμισυν καλαματιανόν. Αλλά το έν και ήμισυ τούτο ήρκει εις διασκέδασιν των παιδίων, ων αι χορευτικαί γνώσεις περιωρίζοντο κατ' ανάγκην εις το μουσικόν του πατρός των πεδίον. — Ελάτε τώρα σεις, είπεν ούτος· πιασθήτε από τα χέρια.