Η Κυρά Ρήνη με οφθαλμούς υπερμέτρως ανοικτούς, αναπνοήν διακοπτομένην, χείλη κινούμενα, έτοιμα να εκφέρουν βλασφημίας και κατάρας, απεκλειστικόν αυτών προσόν, παρετήρει κύπτουσα ανυπομόνως τας φλόγας, αίτινες εκοκκίνιζον φοβερώς το πρόσωπόν της, το μαραμένον ήδη.

Της χροιάς δε το κάλλος φανερώνει η μεταξύ ανθέων διαβίωσις του θεού· διότι εις μη ανθηρόν και μαραμένον και σώμα και ψυχήν και ό,τιδήποτε άλλο δεν εγκαθίσταται ο Έρως, και μόνον όπου είνε τόπος ευανθής και ευώδης, εκεί και κάθηται και μένει. Περί μεν της ωραιότητος λοιπόν του θεού ικανά είνε ταύτα, μολονότι πολλά ακόμη υπολείπονται· ας ομιλήσωμεν δε τόρα και περί της αρετής αυτού.

Αθάνατος και αυτή κ' αιωνία αλλά κάτισχνος, με πρόσωπον κίτρινον και ζαρωμένον, ως μαραμένον μήλον, σεμνή ως μοναχή, είχεν αποσυρθή του κόσμου, ζώσα εντός ανηλίου κ' ερημικής κοιλάδος, καταμόναχη, εκτός μικράς στακτερής σκύλας, της Ωμορφούλας και δύο παγωνιών. Ήτο μάγισσα και αυτή αλλά κατωτέρα της αδελφής της.