Επειδή η ακρογιαλιά είναι καλολίμανη και στολισμένη μεγαλόπρεπα με σπίτια κ' έχει λουτρά συγκρατητά και περιβόλια και δασάκια, άλλα φυσικά κι άλλα φτιασμένα από ανθρώπους· όλα όμορφα για να διασκεδάση κανείς εκεί.

Μα εκείνα δεν θέλουν να τον ακούσουν. Μαυλίζει ξαναμαυλίζει· τίποτα! Κάπως εθύμωσαν με τα λόγια του κ' ερρίχθηκαν λυσσαμένα, κάνοντας άνωκάτω τον τόπο περίγυρα. Άκουες φωνές, κλάματα, μοιρολόγια, βρισές, βλαστήμιες, δοντοτριξήματα, μουγκρίσματα, τραγούδια, τούμπανα, βιολιά και λαγούτα, συγκρατητά σφυρίγματα. Ο αέρας εγέμισεν από γλώσσες αόρατες, που καθεμιά είχε και τον σκοπό της.

Κ' είδε τον γέροντα με υψωμένας τας χείρας, με ορθίαν κεφαλήν να ψηλώνη, να ψηλώνη πάντοτε, να μεγαλύνεται εις σύνδεσμον άρρηκτον της γης και του ουρανού. Και μαζί μ' αυτόν, υπό τους πόδας του απ' αυτά τα χιονισμένα μνήματα των παιδίων, είδε δύο άστρα μεγάλα, φεγγοβόλα με γλυκύ πρασινωπόν φως ν' αναβαίνουν συγκρατητά εις το στερέωμα, με άρρητον γαλήνην και θειότητα.