Κύτταξε τώρα, τι καλά οπού ήλθεν ο χω- ρατάς! Χίλια χρόνια να ζήσω, δεν θα το λησμονήσω. «Αλήθεια, Ζουλήλέγει· και το γλυκόν ανοητάκι αφίνει τα κλαύματα και του κάμνει, ναι. ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Καλά, καλά! Άφησέ τα τώρα αυτά, παραμάνα. ΠΑΡΑΜΑΝΑ Ναι, Κυρία· αλλά δεν ημπορώ να μη γελώ, όταν μ' έρχεται εις τον νουν πώς άφησε τα κλαύματα, και του κάμνει, ναι.

Λοιπόν, ως καθώς σου λέγω, ευθύς οπού εγεύθηκε την αψιθιάντην ρό- γαν του βυζιού μου, και είδε την πίκραν, — ω! πώς εθύμωσε το ανοητάκι μου, και τα έβαλε με το βυζί μου. — Κ' εκεί, δος του ο περιστεριώνας κούνημα! Δεν είχα χρείαν να μου ειπή κανείς να το ξεκόψω από τον τοί- χον. Και από τότε επέρασαν ένδεκα χρόνια· διότι έστεκετα πόδια της τότε. Ναι, μα τον Σταυρόν!