Συγχρόνως τα τρία μέλη της πλειονοψηφίας, χωρίς να περιμένωσιν όπως παρέλθωσιν ολίγα λεπτά, άνευ των οποίων ουδεμίαν είχεν έννοιαν η κλήσις του κήρυκος, προέβησαν εν σπουδή, παρά τας διαμαρτυρίας του προέδρου και του ελληνοδιδασκάλου, εις το κλείσιμον των δύο κιβωτίων. — Κήρυξ, έκραξεν ο κυρ-Ανδρέας, φώναξε ότι η ψηφοφορία ετελείωσε και ότι αρχίζει η διαλογή.

Ο Καραϊσκάκης ιδών αυτούς διευθυνομένους προς το Τουρκοχώριον και υποθέτων ότι έμελλον να διαβώσι διά της Φοντάνης, παρέλαβε μεθ' εαυτού τινάς των ιππέων και έως τριακοσίους πεζούς και μετέβη εις Τουρκοχώριον, όπου κρύψας όλους εις τα ερείπια του χωρίου, τους διέταξε να περιμένωσιν, έως ου να πλησιάσωσιν οι εχθροί.

Ιδόντες δε οι Επιδάμνιοι ότι ουδεμίαν βοήθειαν ηδύναντο να περιμένωσιν από Κερκύρας ηπόρουν περί του πρακτέου, και πέμψαντες εις Δελφούς ηρώτων τον Απόλλωνα αν έπρεπε να αφιερώσωσι την πόλιν των εις τους Κορινθίους ως οικιστάς και να πειραθώσι να λάβωσι παρ' αυτών βοήθειάν τινα. Ο δε απεκρίθη εις αυτούς να παραδώσωσι την πόλιν και να αναγνωρίσωσιν αυτούς ως αρχηγούς.

«Εις το ενταφιάσαι Με» — σαφώς άρα η καταδίκη Του και ο ενταφιασμός του εγγύς επέκειντο. Και το ρήμα τούτο ήτο άλλη θανάσιμος πληγή κατά των ελπίδων των προσδοκώντων την επίγειον βασιλείαν του Μεσσίου. Ουδεμίαν εγκόσμιον αμοιβήν, ουδεμίαν προαγωγήν ή ανύψωσιν, ηδύναντο να περιμένωσιν οι οπαδοί Εκείνου όστις έμελλε τόσον ταχέως ν' αποθάνη.