Οι εκταφέντες ούτοι Άγιοι εφαίνοντο εν αρχή δυσανασχετούντες ότι εταράχθη η ησυχία των· γοεροί στεναγμοί εξήρχοντο εκ των φερέτρων και άφθονον αίμα απέσταζεν εξ αυτών καθ εκάστην, βαθμηδόν όμως υπετάγησαν εις την νέαν τύχην των, και αναλαβόντες τας παλαιάς αυτών έξεις εθαυματούργουν, θεραπεύοντες χωλούς, τυφλούς και παραλυτικούς, διώκοντες τους πονηρούς δαίμονας και μεταβάλλοντες τον ζύθον εις οίνον, τους κόρακας εις περιστεράς και τους ειδωλολάτρας εις χριστιανούς.

Οι ερασταί βλέποντες αναρπαζόμενον τον βωμόν, προ του οποίου προσηύχοντο, ηγέρθησαν μετά φρίκης, προσηλούντες έντρομα βλέμματα επί του ιεροσύλου υποζυγίου και έτι εντρομώτερα εις το άφθονον αίμα, το αποίον απέσταζεν εκ της ρίζης του φυτού, ενώ εκ της ανοιχθείσης οπής ηκούοντο στεναγμοί γοεροί και μέσω αυτών πένθιμος γυναικεία φωνή, τοιαύτα εις το λαίμαργον ζώον καταρωμένη. «Εκ της καρδίας μου και ουχί εξ αναισθήτου κορμού ρέει το αίμα τούτο.