Και κατ' αρχάς μεν δεν ωμίλουν ειμή ολίγοι μεταξύ των και κρυφίως· αλλ' όταν ο Φρύνιχος, κατά την επιστροφήν του εκ της εις την Λακεδαίμονα πρεσβείας, επληγώθη δι' ενέδρας υφ' ενός των περιπόλων εν πληθούση αγορά και εξέπνευσε παραχρήμα, ολίγα βήματα μακράν του βουλευτηρίου· ότε μετά την απόδρασιν του δολοφόνου ο συνεργός, ο οποίος ήτο Αργείος, συλληφθείς και βασανισθείς κατά διαταγήν των τετρακοσίων, δεν ωνόμασε κανένα συμβουλεύσαντα το έγκλημα, αλλ' είπεν ότι ουδέν άλλο εγνώριζεν, ειμή ότι πολλοί άνθρωποι συνηθροίζοντο εις την κατοικίαν του περιπολάρχου, και εις άλλας οικίας, τότε ο Θηραμένης, ο Αριστοκράτης και όσοι άλλοι εκ των τετρακοσίων και εκ των έξωθεν ήσαν ομογνώμονες, βλέποντες ότι εκ της υποθέσεως ταύτης δεν προέκυψε τίποτε δυσάρεστον δι' αυτούς, επροχώρησαν θρασύτερον προς τον σκοπόν.