Το φιλοδίκαιον του Αριστείδου ανεφάνη και ότε ο Θεμιστοκλής επρότεινεν εις τους Αθηναίους ότι συνέλαβε σχέδιον, το οποίον, αν τω επέτρεπον να εκτελέση, ήθελεν αποβή ωφελιμώτατον εις τας Αθήνας.

Ακούσαντες ταύτα οι Αθηναίοι εψήφισαν αμέσως ότι ως προς τον αριθμόν των στρατευμάτων και τα άλλα της εκστρατείας οι στρατηγοί έχουν πάσαν πληρεξουσιότητα να πράξουν ό,τι ήθελον κρίνει ώφελιμώτατον διά τους Αθηναίους. Και μετά ταύτα ενησχολήθησαν αμέσως εις τας προετοιμασίας πέμψαντες εις τους συμμάχους και στρατολογούντες εν τω τόπω των.

Πεισθήτε λοιπόν εις τας συμβουλάς μου· τολμήσατε προ πάντων να αντεπεξέλθετε κατά των Αθηναίων ειδεμή, ετοιμασθήτε προς πόλεμον όσον τάχιστα και σκεφθήτε πάντες ότι μόνον διά γενναίων έργων καταφρονεί τις τους εχθρούς· από τούδε δε ωφελιμώτατον είναι να αρχίσετε τας ενεργείας σας ως εάν επεκρέματο κίνδυνος, πειθόμενοι ότι αι μετά φόβου γινόμεναι παρασκευαι είναι ασφαλέσταται.

Ο Αριστείδης, μαθών παρά του Θεμιστοκλέους ότι το σχέδιον τούτο συνίστατο εις το να καύσωσιν εξαίφνης τους στόλους όλων των άλλων Ελληνίδων πόλεων, και ούτω να μείνωσιν οι Αθηναίοι θαλασσοκράτορες και κύριοι της Ελλάδος όλης, είπε προς τους Αθηναίους, ότι το σχέδιον φαίνεται μεν ωφελιμώτατον, αλλ' είναι αδικώτατον.