Φαίνεται δε, καθώς είπαμεν, ότι δι' έκαστον χρησιμεύει ως μέτρον η αρετή και ο σπουδαίος άνθρωπος. Διότι αυτός δεν αντιφάσκει με την ιδικήν του γνώμην, και έχει τας ιδίας επιθυμίας με όλας τας ψυχικάς του δυνάμεις. Και λοιπόν όχι μόνον επιθυμεί διά το άτομόν του τα αληθινά αγαθά και τα φαινομενικά, αλλά και τα εκτελείδιότι ιδιότης του αγαθού είναι να εκτελή διαρκώς το αγαθόν.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Α μάλιστα! είναι πολύ πιθανόν ο νικηφόρος Καίσαρ να διακινδυνεύση την ευτυχίαν του, και να εκτεθή εις τα όμματα του κόσμου εναντίον ενός ξιφομάχου. Βλέπω ότι η κρίσις των ανθρώπων είναι μέρος της τύχης των, και ότι η εξωτερική κατάστασις μεταβάλλει και τας ψυχικάς διαθέσεις.

Τα αγαθά λοιπόν είναι διηρημένα εις τρία είδη, δηλαδή τα λεγόμενα εξωτερικά, τα ψυχικά, και τα σωματικά, από αυτά δε σπουδαιότερα και κυρίως αγαθά θεωρούμεν τα ψυχικά. Τας δε ψυχικάς πράξεις και ενεργείας τας αποδίδομεν εις την ψυχήν, ώστε ο λόγος μας φαίνεται ορθός, όσον εξαρτάται από αυτήν την γνώμην, η οποία είναι παλαιά και έγινε παραδεκτή από τους φιλοσόφους.

Η δε ασύνετος απόφασίς του, ην επαυξάνει η απελπιστική των πραγμάτων κατάστασις, σχολιάζεται άριστα υπό του Αινοβάρβου: «Βλέπω ότι η κρίσις των ανθρώπων αποτελεί μέρος της τύχης των, και ότι η εξωτερική κατάστασις μεταβάλλει και τας ψυχικάς διαθέσεις.

Διότι, όταν συνηθίσαμε να περιφρονούμεν τους κινδύνους και τους αναμένωμεν ατάραχοι, γινόμεθα ανδρείοι, εξ άλλου όμως, αφού γίνωμεν ανδρείοι, ευκολώτερον αντέχομεν εις τους κινδύνους. &Η αρετή ως πνευματική ηδονή.& — Ας λάβωμεν δε ως απόδειξιν διά τας ψυχικάς καταστάσεις την ηδονήν ή την λύπην, η οποία έρχεται κατόπιν από τα έργα.

Πολύ λογικά ωμίλησες. Λοιπόν ας μη σταματήσωμεν την τοιαύτην νομοθεσίαν, πριν να παραστήσωμεν και τας ψυχικάς ασχολίας των νεαρωτάτων κατά τον ίδιον τρόπον, καθώς εξετάσαμεν τα ζητήματα τα περιστρεφόμενα εις τα σώματά των. Πολύ καλά.

Και τόρα πρέπει να αποχωρίσωμεν τας σωματικάς από τας ψυχικάς, καθώς την φιλοδοξίαν και την φιλομάθειαν. Διότι και ο είς και ο άλλος από τους έχοντας αυτάς ευχαριστείται με το αντικείμενον της κλίσεώς του, ενώ δεν αισθάνεται τίποτε το σώμα του αλλά μάλλον ο νους του. Όσοι δε κλίνουν εις τας τοιαύτας ηδονάς δεν λέγονται ούτε σώφρονες ούτε ακόλαστοι.

Είχε φθάση εις το σημείον εκείνο, καθ' ό ο εσωτερικός του άνθρωπου κόσμος αρχίζει ν' αποσυντίθεται, να καταρρέη εις συντρίμματα, όπου μία αχλύς σκεπάζει την διάνοιαν και την σκοτίζει, δεσμεύει τας ψυχικάς δυνάμεις όλας και καθιστά τον άνθρωπον δούλον του περιβάλλοντος, ανίκανον να συλλάβη μίαν ιδέαν εκτός αυτού, αυτόματον το οποίον κινεί κατά βούλησιν μία δύναμις, εις ην δεν ισχύει ν' αντιστή και εις την οποίαν υπακούει με την τυφλήν απάθειαν μηχανής, αλλά συγχρόνως και με την ανέκφραστον χαράν διψασμένου μεθύσου, εις τον οποίον δεικνύουν ποτήριον χρυσίζοντος οίνου . . .

Μετά τόσας κακουχίας και ψυχικάς συγκινήσεις, ευρούσα στέγην φιλικήν και μαλακήν κλίνην, απεκοιμήθη βαθέως, μόλις έκλεισε τους οφθαλμούς.

Τας ψυχικάς λοιπόν δυνάμεις εξεγείρομεν κατ' αρχάς με την μουσικήν και την αριθμητικήν και διδάσκομεν τους νέους γράμματα να τα γράφουν και να τα απαγγέλλουν μεγαλοφώνως. Όταν δε προοδεύσουν, διδάσκομεν αυτούς γνώμας και πράξεις παλαιών και σοφών ανδρών και διηγήσεις ωφελίμους στιχουργημένας διά να τας απομνημονεύουν ευκολώτερον.