Εκεί που γινόταν η στεφάνωση κ' η θεια Ελέγκω έκλαιγε φωναχτά απ’ τη συγκίνησή της και γιατί τόχε πάρει πια σκοινί γαϊτάνι απ' τις ιστορίες του εκκλησιάρη, η Λιόλια ήτονε σα χαμένη απ' τον εαυτό της κι όλο κρυφόβλεπε κατά τους τοίχους μήπως και ξανοίξη τα μάτια των Αγίων ή τα χέρια τους να ευλογούν.

Έσκυβε, έσκυβε κι επάνω στο μαύρο της προφίλ, όπως σ΄ εκείνο ενός βουνού, ο Έφις έβλεπε να λάμπει ένα αστέρι. «Τι μπορώ να σου πω, ψυχούλα μου;» «Τίποτε, γριάτης είπε φωναχτά. «Σας ορκίζομαι ότι δεν ξέρω! Όταν όμως έρθει, θα σας ειδοποιήσω…..» «Εσύ είσαι καλός, Έφις! Ο Θεός θα σε ανταμείψει. Έλα εδώ, έξω…. Παρηγόρησέ την…» Του άρπαξε τα χέρια και τον τράβηξε έξω.

Έτσι βέβαια, αμ' πώς; Σαν έμειναν μόνοι οι δυο γέροι άρχισαν να μιλούν και φωναχτά. — Σαν να πέρασε η ώρα! είπε ο Καπετάν Βαγγέλης. — Ώρες κυττάς τώρα! είπε ο Μπαρμπα-Δημητρός. — Δεν τις κυττάω εγώ. Τις κυττάει η γερόντισσα, αποκρίθηκε αναστενάζοντας ο Καπετάν Βαγγέλης. Εσύ την πάντρεψες και ησύχασες. Ποιος σ' ερωτάει; Ο Μπαρμπα-Δημητρός το γύρισε στο μεράκι. — Τρομάρα μου. Ώμορφος κατάντησα.

Καλά λες, είπε η γεροντότερη της συνοδείας, μ' αναστεναγμό, αλλά να ξεπεζέψη τέτοια ώρα και σαββατόβραδο σε ξένο χωριό δεν πάει! Θάναι δικός μας αυτός! Θάναι χωρίς άλλο ξενιτεμένος από το χωριό μας!.. — Τι κάθεσαι και λες, κακορρίζικη Κυρά-Κώσταινα, είπε μια γυναίκα, σαν από μέσα της, αλλά φωναχτά. Τι καψαπαντοχή έχ'ς και νειρεύεσαι ξενιτεμένους; Δεν πήρες ακόμη τον απόθωρό σ;