Είτα ορφανή πατρός απομείνασα υπηρέτει ουχί επ' αμοιβή αλλ' ούτως, εκ φυσικής κλίσεως και συμπαθείας του ομοίου προς το όμοιον, εις τον γειτονικόν της πλούσιον οίκον αρχαίου πλοιάρχου, όστις, αφεντάνθρωπος εις όλα, είχεν αριστοκρατικήν τάξιν εν τη οικογενεία του.

Και εγώ μεν, ω Σώκρατες, και τότε επέμενα να δώσουν εις σε τ' αριστεία οι στρατηγοί, ως προς αυτό δε βέβαια ούτε θα με κατηγορήσης ούτε θα ειπής ότι ψεύδομαι· αλλ' ενώ οι στρατηγοί ήθελαν να δώσουν εις εμέ τ' αριστεία αποβλέποντες εις την τάξιν μου, συ ο ίδιος εφάνης προθυμότερος των στρατηγών διά να τα λάβω εγώ και όχι συ.

Βασίλισσά μου, της λέγω μίαν βραδιάν που ευρισκόμουν με αυτήν, ημείς ελησμονήσαμεν να φυλάξωμεν μίαν τάξιν εις την υπανδρείαν μας· εσύ δεν μου έδωσες κανένα πράγμα διά προίκα, και αυτό το πράγμα μου κακοφαίνεται, επειδή και εβγαίνομεν έξω από τα όρια των νόμων.

Ουχ ήττον ωργίσθησαν κατ' αυτών οι Λακεδαιμόνιοι. Κατά το αυτό δε θέρος Αλκιβιάδης ο Κλεινίου, στρατηγός των Αθηναίων, συμπραττόντων των Αργείων και των συμμάχων των, εισήλθεν εις την Πελοπόννησον μετ' ολίγων οπλιτών και τοξοτών Αθηναίων, και παραλαβών τινάς εκ των αυτόθεν συμμάχων αποκατέστησε μετ' αυτών την τάξιν εις τας συμμαχικάς πόλεις.

Εξετάζοντες λοιπόν δεν ευρίσκομεν ουδεμίαν εύλογον αιτίαν φόβου· και όσα επάθομεν πρότερον δύνανται σήμερον να γίνουν μαθήματα. Μετά θάρρους λοιπόν και κυβερνήται και ναύται ας πράξουν το καθήκον των και ας μη καταλίπουν φεύγοντες την τάξιν, εις την οποίαν ετάχθησαν.

Ο αυτός Θουκυδίδης ο Αθηναίος έγραψε και τα συμβάντα ταύτα κατά την τάξιν που καθέν συνέβη, κατά θέρη και κατά χειμώνας, μέχρις ου και την ηγεμονίαν των Αθηναίων κατέλυσαν οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι, και τα μακρά τείχη και τον Πειραιά κατέλαβον. Μέχρι δε της εποχής ταύτης ο πόλεμος διήρκεσεν εικοσιεπτά όλα έτη.

Εκεί έκλαυσε το αμάρτημά του, το έχον γενναίαν αγαθοεργίαν ως εξόχως ελαφρυντικήν περίστασιν, και λέγουν ότι εσώθη. Αφού έμαθα τα πρώτα γράμματα πλησίον του γηραιού Σισώη, εστάλην ως υπότροφος της Μονής είς τινα κατ' επαρχίαν ιερατικήν σχολήν, όπου κατετάχθην αμέσως εις την ανωτέραν τάξιν, είτα εις την εν Αθήναις Ριζάρειον.

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης εγεννήθη εις την Σκιάθον την 4 Μαρτίου 1851. Τα πρώτα γράμματα εδιδάχθη εις την γενέτειραν νήσον. Εκεί διήλθε και το Ελληνικόν σχολείον, εξ ου απελύθη το 1863. Μετά διακοπήν τεσσάρων ετών ενεγράφη το 1867 εις το εν Χαλκίδι γυμνάσιον. Την τρίτην γυμνασιακήν τάξιν διήλθεν εν Πειραεί.

Υποτίθεται εν γένει ότι η κουστωδία αύτη ήτο απόσπασμα ρωμαίων στρατιωτών παραχωρημένων ήδη εις τους Ιουδαίους αρχιερείς όπως φρουρώσι την τάξιν κατά την εορτήν.

Τινές δε πλοίαρχοι και συνεπλήρουν την αποθήκην των τροφών, ευρίσκοντες αυτόθι ευθηνότερα και καλλίτερα τα πράγματα. Η Θρακική Χερσόνησος απέναντι μας με τα θαμνώδη βουνάκια της εσκοτίνιαζεν ήδη. Ο κάβο-Φονιάς, επικίνδυνος, εις αβαθή ύδατα, άκρα, μας έκρυπτε το Τσανάκ-καλέ, όπου έπρεπε να παρουσιάση ο πλοίαρχός μας τα χαρτιά του κατά την τάξιν. Χαριεστάτη διήλθεν είτα η πρώτη της νυκτός φυλακή.