Β'. Χρέος προς τους Κληρονόμους του Όθωνος . Το χρέος τούτο συχνάκις συγχέεται μετά του προηγουμένου, την δε σύγχυσιν προκαλεί το γεγονός ότι εις αμφοτέρας τας περιπτώσεις αι κατά του Ελληνικού έθνους απαιτήσεις περιήλθον εις χείρας της οικογενείας των Βιττελσβάχων.

Ποίον ακριβώς υπήρξε το δράμα και ποία η ηρωίς, ούτε γνωρίζομεν ούτε εφροντίσαμεν να πληροφορηθώμεν. Εις αυτάς τας αισθηματικάς απογοητεύσεις όσον και εις την ωτικήν του πάθησιν αποδοτέος ο κλαυσίγελως εκείνος, όστις τόσον συχνά εμφωλεύει εις τας σελίδας του, ως και ο συχνάκις αρνητικός χαρακτήρ των άλλως βαθειών σκέψεών του.

Ουδείς ενταύθα γνωρίζει ότι ήμην ιατρός, ή και αν το εγνώριζε, το ελησμόνησεν. Αλλ' ούτε μεταμελούμαι διά τούτο. Ούτως έπρεπε να γείνη και ούτως εγένετο. Ήδη τετέλεσται! Πρό τινος μία υποψία, ήτις και άλλοτε μ' εβασάνισε, μου πιέζει συχνάκις τον νουν. Αμφιβάλλω τότε περί παντός, περί του παρελθόντος, περί του παρόντος, περί της υπάρξεώς μου αυτής.

Δεν εθεωρείτο δε ταπεινωτικόν το υπούργημα τούτο, ώστε ηδύνατο ο Ρωμαίος να εισέλθη μετά δαυλού εις χείρας, και να μη εκληφθή ως υπηρέτης. Αλλά συχνάκις ηναγκάσθην να υποχωρήσω ενώπιον της δυσκολίας και να παραλείψω αυτά. Εννοείται δε ότι λογοπαίγνια δεν μεταφέρονται επιτυχώς από μιας γλώσσης εις ετέραν.

Υπό του προπυλαίου τούτου την σκέπην, εκατέρωθεν της πύλης, ήσαν δύο μαρμάρινα εδώλια. Εκεί καθήμενος συχνάκις, ανεγίνωσκα τας επιγραφάς των επιτυμβίων πλακών, αίτινες εσχημάτιζον του νάρθηκος την στρώσιν. Εκεί, από του κτήτορος και εφεξής, εθάπτοντο της μητρικής οικογενείας μου οι πλείστοι.

Η Κορνηλία συχνά ενεθυμείτο τα έτη, άτινα διήλθε διάγουσα βίον χωρικής, βοσκούσα αρνία και τρώγουσα ως επί το πολύ βρασμένα χόρτα και ψωμί ξηρόν. Συχνάκις και μετά συγκινήσεως ενεθυμείτο επίσης το πόσον ηγάπησαν αυτήν γεροντικόν ζεύγος.

Η πρώτη τους θεωρία με εφόβισεν, αλλ' ολίγον, επειδή με το να βλέπω συχνάκις φοβερά πράγματα, έγινα τολμηρά· και την ερώτησα ποία είνε και αυτή μου απεκρίθη· εγώ είμαι εκείνος ο όφις που ηλευθέρωσες προ ολίγου από τον κίνδυνον· και επειδή έμαθα την επιβουλήν, που μετεχειρίσθησαν οι αδελφές σου εναντίον σου, διά την αμοιβήν της ευεργεσίας εσύναξα πολλάς αδελφάς μου εξωτικά, ωσάν εμένα και ετρέξαμεν εις εκδίκησιν· και αφού μετεφέραμεν όλους τους θησαυρούς, οπού ήσαν εις το καράβι σου, εις Βαβυλώνα και τους εβάλαμεν εις τα μαγαζιά του σπιτιού σου, εβυθίσαμεν το καράβι σου και τις αδελφές σου διά να τας παιδεύσωμεν καθώς τους πρέπει τας μετεμορφώσαμεν εις ταύτας τας δύο σκύλας που βλέπεις έξω.

Συχνάκις μου φαίνονται ως όνειρον αι αναμνήσεις της νεότητός μου, ως μύθος η γενική συμφορά, εντός της οποίας ηνδρώθην. Διότι ήσαν κοινά τα παθήματα και κοινή η κατά της ειμαρμένης πάλη, και επί έτη όλα έζησα βλέπων περί εμέ την κακοδαιμονίαν υπό πάσας αυτής τας φάσεις. Ουδ' ήμεθα η οικογένειά μου και εγώ εκ των δυστυχεστέρων εντός της γενικής εκείνης δυστυχίας. Απ' εναντίας.

Ουχ' ήττον ακροωμένη τας πνοάς του απαύστως βοΐζοντος βορρά, συχνάκις επανελάμβανεν: — Ούτε πουλί πετάμενο! . . . Ελησμόνησε και τα προσφιλή της δίστιχα και τα άφινεν ημιτελή. Και πάλιν διελογίζετο παρά την εστίαν καθημένη: — Τίποτε παράξενο, παιδί μου, να τον κοντραστάρισαν τον Αναποδιασμένον και να πήγαν όλοι σύψυχοι!

Ότι όχι μόνον είχε μελετήσει εμβριθώς τας αγίας Γραφάς, αλλά και τας εγνώριζε λεπτομερώς από στήθους, αποδεικνύεται εκ των περικοπών τας οποίας συχνάκις ανέφερεν εις τους λόγους του και εκ των πολυαρίθμων παραπομπών του εις τον Νόμον, καθώς και εις τους προφήτας Ησαΐαν, Ιερεμίαν, Δανιήλ Ιωήλ, Ωσηέ, Μιχαίαν, Ζαχαρίαν, Μαλαχίαν, και υπέρ πάντα άλλον εις το Βιβλίον των Ψαλμών.