Τώρα στ' ασκέρι πάλι ομπρός λαλείς και προφητέβεις πως τάχα τόσες συφορές για αφτό τους στέλνει ο Φοίβος, 110 τι εγώ στην πλούσια ξαγορά δεν έστερξα της κόρης, που κάλια αυτή τον πύργο μου να μου στολίζει θέλω.

Σα φτάσανε στο παλάτι, ο νέος ο βασιλιάς ανιστόρησε στο γέρο τον πατέρα του τα βάσανα του πολέμου. Κι' ο γέρος, που τάκουγε δακρύζοντας, ανιστόρησε κι' αυτός τα βάσανα της χώρας, τις συφορές της μοίρας, το χαμό τον άδικο της βασίλισσας και τις λαχτάρες τις δικές του. — Ένας πόλεμος κ' η ζωή στον κάμπο και στο σπίτι. Κι' άλλος γυρίζει νικητής κι' άλλος νικημένος.

Μα κι' έτσι ας πάει, και μ' όλα της τα κάλλη, πίσω στ' Άργος με τα καράβια τα γοργά, πάρα στερνά να μείνει και να μας φέρνει συφορές κι' εμάς και των παιδιών μας160

Κάθε βράδυ, σαν κοίμιζε τα δυο τα ορφανά της, άναβε το καντήλι στους Άγιους Ανάργυρους κ' έλεγε απομέσα της: «Άγιοι μου Ανάργυροι, χαρίστε μου τα δυο μου αγγελούδια και να ξεχάσω όλες μου τις συφορές, να ξεχάσω και τον καλό μου, πούφυγε και μ' άφησε δυο χρονώνε χήρα». Λες και παρακάλεσε τους αγίους όχι να της χαρίσουνε, μα να της χωρίσουνε το αγαπημένο ζευγαράκι.

Μα ακούστε τώρα τι θα πω, το τι σας καρτερούσε· μιας και σας βάραε ο κεραβνός, σας λέω, με τ' άτια πίσω 455 πια δε θα βλέπατε Έλυμπο και θεϊκά λημέριαΕίπε, κι' αφτές βαριόμησαν, η Αθήνα κι' η Ήρα. Οι διο τους κάθουνταν, η μια κοντά κοντά στην άλλη, και για τους Τρώες συφορές στο νου τους μελετούσαν.

Α δεν είταν αληθινή η ιστορία αυτή, σα βαρετές θάπεφταν οι απανωτές οι συφορές του ήρωά μας από τη μια, κι από την άλλη ταδάμαστο θάρρος του κ' η αστείρευτη του ελπίδα.

Γνωστικιά γυναίκα, η κερά Φρόσω. — Τις απομάντευα τις συφορές αυτές, έλεγε, τις είδα και στα νιάτα μου, Θεός το ξέρει και πόσες ακόμα φορές θα τα ξαναδώ και θα τα ξαναθρηνήσω. Σηκώθηκε τότες είχε δεν είχε ο Μιχάλης κ' έτρεξε να πάη να βρη το κορμί. Αδύνατο στάθηκε. Νανέβη ως τα Τούρκικα, δεν του φάνηκε και πολύ γνωστικό, και δεν το συλλογίστηκε άσκημα.

Είπε, κι' αφτές κατσούφιασαν, η Αθηνά κι' η Ήρα. 20 Οι διο τους κάθουνταν, η μια κοντά κοντά στην άλλη, και για τους Τρώες συφορές στο νου τους μελετούσαν.

Ελάτε, αδρέφια, στους οχτρούς Λενιό μαζί και πράμα 350 δώστε κι' ας φέβγουν, τι ρητούς τώρα αθετώντας όρκους τους πολεμάμε· συφορές για αφτό μας απαντέχουν352 Είπε και κάθησε.

Μα τούβαλαν και συφορές με τ' αγαθά, γιατί άλλα στον πύργο βασιλόπουλα δεν τούστρεξαν να κάνει, μον έκανε ένα μονογιό πανώριο· που, το βλέπεις, 540 δεν τον γεροκομάει, τι να στην άκρη εγώ του κόσμου σέρνουμαι τα παιδιά σου εδώ να τυραγνάω κι' εσένα.