Ως προς δε την συνεισφοράν χρημάτων εις το δημόσιον πρέπει διά πολλούς λόγους έκαστος να έχη εκτιμημένην την περιουσίαν του και το ετήσιον εισόδημά του να δίδη εγγράφως εις τους αγρονόμους της φυλής του, ώστε, αφού υπάρχουν δύο ειδών εισφοραί, να ημπορή το δημόσιον να χρησιμοποιή όποιαν θέλει, διά συσκέψεως καθ' έκαστον έτος, δηλαδή είτε αναλόγως του όλου τιμήματος, είτε του παραχθέντος κατά το έτος εκείνο εισοδήματος χωριστά από τα συνεισφερόμενα διά τα συσσίτια.

Έχοντες δε οι Αθηναίοι ανάγκην χρημάτων διά να εξακολουθήσουν την πολιορκίαν κατέβαλαν αυτοί πρώτοι συνεισφοράν εκ διακοσίων ταλάντων και έστειλαν προς τους συμμάχους των διά να συνάξουν χρήματα δώδεκα πλοία υπό τας διαταγάς του στρατηγού Λυσικλέους και τεσσάρων άλλων.

Οι δε Πελοποννήσιοι σενέλεξαν παρά των Ροδίων αναγκαστικήν χρηματικήν συνεισφοράν εκ τριάκοντα ταλάντων, έσυραν τα πλοία των εις την ξηράν και έμειναν ησυχάζοντες επί ημέρας ογδοήκοντα. Ιδού δε τι συνέβη κατά το διάστημα τούτο και μάλιστα πριν επιχειρήσουν την εκστρατείαν της Ρόδου.

Εν άλλαις λέξεσιν, η επιτροπή καθιέρου την υποχρέωσιν της Ελλάδος διά την υπηρεσίαν του δανείου, έχουσα δ' όμως συναίσθησιν αφ' ενός της ευθύνης των Δυνάμεων διά την συνομολόγησιν και την σπατάλην του δανείου, βλέπουσα δ' αφ' ετέρου, ως εμμέσως η ιδία ομολογεί, το δυσανάλογον των πόρων της Ελλάδος και των νομικών αυτής υποχρεώσεων , δεν ετόλμησε να επιρρίψη επί του κράτους ολόκληρον το βάρος της υπηρεσίας του δανείου , περιωρίσθη δε να επιβάλη εις την Ελλάδα ετησίαν συνεισφοράν προσωρινήν μεν 900,000 φράγκων, αλλ' επιδεχομένην αύξησιν, εφ' όσον προήγετο ο τόπος.

Φθάσαντες δε εις την Κύζικον πού ήτο ατείχιστος επανέφεραν την πόλιν ταύτην υπό την εξουσίαν των και της επέβαλαν χρηματικήν συνεισφοράν. Εν τούτοις οι Πελοποννήσιοι μετέβησαν εκ της Αβύδου εις τον Ελαιούντα και επανεύρον εκείνα εκ των πλοίων των, τα οποία είχαν κυριευθή και τα οποία ήσαν εν καλή καταστάσει· τα άλλα είχαν πυρποληθή υπό των Ελαιουσίων.