Έχει άλλος; Και πάλιν είτα κροτών ισχυρότερα το σφυρίον του επανελάμβανε βροντωδέστερον: — Τριάντα δυο χιλιάδες μία! τριάντα δύο χιλιάδες δύο! τριάντα δύο χιλιάδες; Ορίστε, κύριοι, θα πάρη τέλος! Κόσμος πολύς, ο κόσμος της αγοράς, περιεκύκλωσε τον έπαρχον, περίεργος διά το αποτέλεσμα, Οι προύχοντες όλοι εκεί με τα υψηλά καπέλλα όρθιοι.

Ούτος δε πάλιν αφήσας να παρέλθωσι και αι άλλαι συμπεφωνημένα ημέραι, έκαμε τρίτην έξοδον εις το προειρημένον μέρος, περιεκύκλωσε τους τετρακισχιλίους και εφόνευσεν αυτούς. Μετά το τελευταίον δε τούτο κατόρθωμα ο Ζώπυρος ήτο το παν εις τους πολιορκουμένους, οίτινες τον κατέστησαν στρατάρχην και τειχοφύλακα.

Είχαν δε αναχωρήσει εκ της Ηιόνος, επιθαλασσίου εμπορικού λιμένος, την οποίαν είχαν επί του στομίου του ποταμού, εικοσιπέντε σταδίους μακράν της σημερινής πόλεως, την οποίαν ο Άγνων ωνόμασεν Αμφίπολιν, διότι την περιεκύκλωσε διά τείχους χωρίζων αυτήν από το μέρος των δύο βραχιόνων του περιβρέχοντος αυτήν Στρυμόνος, και την έκτισεν εις τρόπον, ώστε να είναι περίβλεπτος και εκ της θαλάσσης και εκ της ξηράς.

Κατόπιν των ατάκτων Τουρκοκρητών, ήρχετο μετά στρατού ο Σουλεϋμάν βέης, γυναικάδελφος του Μουσταφά, όστις, αφού περιεκύκλωσε την μονήν εκ τριών μερών, εκάλεσε τους εν τη μονή να παραδοθώσιν. Αλλ' οι υπερασπισταί του Αρκαδίου απήντησαν διά των όπλων εις την πρότασιν του εχθρού. Καίτοι δε ηδύναντο ακόμη να φύγωσι προς τον Μυλοπόταμον, έμειναν και απτόητοι εδέχθησαν τας πρώτας επιθέσεις των Τούρκων.

Οι ούτω αποχωρισθέντες ως εθελονταί παρεδόθησαν εις απόσπασμα στρατού, το οποίον, αφού τους απεμάκρυνε, τους περιεκύκλωσε και τους εφόνευσε διά λογχισμών. Έπειτα απεκόπησαν αι κεφαλαί των και εξεσφενδονίσθησαν εις το μέρος όπου εφυλάσσοντο τα γυναικόπαιδα. Εν τω μεταξύ οι άτακτοι ελεηλάτουν και κατέστρεφον ό,τι έμενεν ακόμη εις το Αρκάδιον, και εβεβήλουν τον ναόν.

Τα αυτά δε περίπου έπραξαν οι Τήιοι. Όταν ο Άρπαγος περιεκύκλωσε τα τείχη των δι' επιχωμάτων, εισήλθον εις τα πλοία και μετέβησαν διά θαλάσσης εις την Θράκην, όπου έκτισαν την πόλιν Άβδηρα. Ο πρώτος ιδρυτής της αποικίας Τιμήσιος ο Κλαζομένιος δεν ωφελήθη, αλλά διωχθείς από τους Θράκας, τιμάται σήμερον ως ήρως υπό των εν τοις Αβδήροις Τηίων.

Ενώ δε ενίκησε τους Ασσυρίους και περιεκύκλωσε την πόλιν, ήλθεν εις την Ασίαν πολύ στράτευμα Σκυθών οδηγούμενον υπό του βασιλέως αυτών Μαδύου, υιού του Πρωτοθύου· εισήλθον δε οι Σκύθαι ούτοι εις την Μηδικήν χώραν καταδιώκοντες τους Κιμμερίους τους οποίους είχον διώξει από την Ευρώπην.

Κατά τους χρόνους εκείνους της αβεβαιότητος και της τρομοκρατίας, οι απεσταλμένοι του είδους τούτου ήσαν πολλάκις άγγελοι θανάτου. Όταν ο εκατόνταρχος έκρουσε διά του ρόπτρου την θύραν του Αούλου, και ο επιστάτης του ατρίου ανήγγειλε την παρουσίαν στρατιωτών, φόβος κατέλαβε την οικίαν. Όλη η οικογένεια περιεκύκλωσε τον γέροντα στρατηγόν, διότι όλοι είχον πεποίθησιν, ότι αυτός κυρίως ηπειλείτο.

Εις τούτο το σημείον ευρίσκετο η ναυμαχία, εφαίνετο δε ούσα υπέρ αυτών, ότε απροσδοκήτως ενεφανίσθη το πλείστον μέρος του πελοποννησιακού στόλου και τους περιεκύκλωσε πανταχόθεν. Τότε οι Αθηναίοι ετράπησαν εις φυγήν, έχασαν έξ πλοία και κατέφυγαν μετά των λοιπών εις την νήσον Τεύτλουσαν και εκείθεν εις Αλικαρνασόν.