Τον Ιπποδάμα παρακεί, σαν πήδησε οχ τ' αμάξι κι' έφεβγε ομπρός του, τούμπηξε στους ώμους το κοντάρι. Κι' αφτός φυσούσε μούγκριζε, σαν τάβρος που μουγκρίζει σαν τον τραβούνε οι νιοι μπροστά στον Ελικώνιο αφέντη ναν του τον σφάξουν, κι' ο θεός θωρώντας καμαρώνει· 405 έτσι ενώ μούγκραε, η αντρικιά φτερούγιασε ψυχή του. Κατόπι τον Πολύδωρο με το κοντάρι τρέχει να πιάσει, του Πριάμου γιο.

Πάν τότες του Τυδιά το γιο να βρουν, κι' απ' την καλύβα 150 όξω τον ήβραν παρακεί με τ' άρματα, κι' οι φίλοι γύρω κοιμούνταν έχοντας ασπίδες προσκεφάλια. Όρθια τα όπλα τους μ' ουρές στη γη είτανε μπηγμένες, αλάργα αντίφεγγε ο χαλκός σαν αστραπή του Δία. Κι' ο αρχηγός κοιμότανε με κάτω του στρωμένο 155 δέρμα βοδιού, κι' ολόλαμπρο χαλί είχε προσκεφάλι.

Πρώτος τους τάδε ο Δομενιάς, των Κρητικών αφέντης, 450 τι παρακεί σε ξέφαντο καρτέραε καθισμένος. Φωνή από πέρα εκεί άκουσεκαι τόνιωσε πιανού 'τανκι' είδε σε λίγο τ' άλογο μπροστά που πιλαλούσε, πανώριο, κόκκινο παντού εξόν πούχε άσπρη βούλα λες σα φεγγάρι στρογγυλή στο κούτελο γραμένη. 455