Μα πώς λοιπόν μου είπες, ότι ζη από τα χαρτιά; ηρώτησα εγώ περιέργως. Εστενοχώρησε δε, φαίνεται, πολύ την μητέρα μου η ερώτησίς μου, διότι μετά τινας στιγμάς δισταγμού επανέλαβε το διακοπέν πλέξιμόν της, και είπε με σιγαλοτέραν αλλά πολύ σοβαρωτέραν φωνήν. — Νά! βλέπεις που δεν έπρεπε να σου ειπώ τίποτε; Αυταίς δεν είνε ομιλίαις διά παιδιά. Πήγαινε τώρα να κοιμηθής, διότι είνε αργά.

Τέτοιαις ελέγαμε φρικταίς οι δυο μας ομιλίαις, 465 δάκρυα χύνοντας θερμά, 'ς την λύπη βυθισμένοι, τότε μου εφάνηκε η ψυχή του Αχιλληά Πηλείδη, και του Πατρόκλου ομού μ' αυτόν, και του άψεγου Αντιλόχου, και του Αίαντα, οπούτην μορφή θα ενίκα και εις το σώμα τους Δαναούς, αν έλειπεν ο ασύγκριτος Πηλείδης. 470 ευθύς μ' εγνώρισε η ψυχή του γοργοπόδη Αιακίδη, και κλαίοντας μου ωμίΛησε με λόγια πτερωμένα• «Λαερτιάδη διογενή, πολύτεχνε Οδυσσέα, τι άλλο φοβερώτερο θα επιχειρήση ο νους σου; 'ς τον Άδη πώς κατέβηκες, 'που οικούν οι πεθαμένοι, 475 άνοα φαντάσματα θνητών, 'πώχει αναπαύσει ο χάρος

Αλήθεια, να στείλης από το πρωί τα παιδιά, τα μισάτην αδελφή μου, και τα μισάτη μάννα σου. — Γιατί; — Νάχωμε λίγην ησυχία αύριο . . . θάχωμε ομιλίαις που δεν είνε για παιδιά. — Τα καϋμένα! δεν τ' αφίνεις και αυτά να χαρούν; — Έχουν καιρό να χαρούν! επέμεινε λέγων, σκαιότερον ή κατ' αυτόν, ο Δημήτρης. Κάμε αυτό που σου λέω. — Καλά.

Αυτά 'πε, και του απάντησα• «τούτα όλα θα σου κάμω, όσα μου λέγεις, άμοιρε, 'ς όλα θα δώσω τέλος». 80 Τέτοιαις ελέγαμε φρικταίς οι δυο μας ομιλίαις• εδώθ' εγώ το ξίφος μουτο αίμα επάνω εκράτουν, κείθε πολλά του φίλου μου το φάντασμα ωμιλούσε.

Το άρωμα τους αφού εχάθη, τ' αποδίδω· προς ευγενή ψυχήν το χάρισμα πτωχαίνει, όταν πικρός να γίνη ο χαριστής συμβαίνει. Ιδού, κύριέ μου. ΑΜΛΕΤΟΣ Α! Α! είσαι τιμημένη; ΟΦΗΛΙΑ Κύριέ μου! ΑΜΛΕΤΟΣ Είσαι ωραία; ΟΦΗΛΙΑ Τι εννοεί η Υψηλότης σου; ΑΜΛΕΤΟΣ Ότι , αν είσαι τιμημένη και ωραία, δεν πρέπει η τιμή σου να έχη ομιλίαις με την ωραιότητα σου.