Που αλήθεια τρώγει και κοκκινίζει, Μόνε σε τέτοια τη γλώσσα ορίζει. Κι' έχω μαρτύρους να το βεβιόσουν, Και την αλήθεια να μη προδώσουν. Έχω κυρ Σπίρο τον Αλαμάνο, Οπού μετάνοια βαθιά του κάνω. Τον Μπικιαρούλη, που συχνοπίνει, Τον Νικολάκη που καταπίνει. Κι' ο Μπρούτζος σ' τούτους, κι' ο Οικονομάτης Γραμματισμένος ανοιχτομάτης, Αφ' ού και δώκουν τη μαρτυρία, Δεν είναι άλλη αντιλογία.

Τότες λοξά τον κοίταξε και τούπε ο Αχιλέας 260 «Έχτορα, μή, φονιά άπιστε, μη λες μαρτύρους κι' όρκους. Όχι! Όρκους 265 δεν έχει οι διο μας, πριν νεκρός ο ένας πέσει χάμου κι' αίμας μπουχτίσει ο λάρυγγας του λιμασμένου τ' Άρη. Βάλε όλα σου τα δυνατά, την επιστήμη βάλ' την· χριά πάσα να φανείς γερό κοντάρι κι' αντριωμένο.

Μον έλα πρώτα τους θεούς ας κράξουμε μαρτύρους, τι αφτοί μαρτύροι οι πιο πιστοί και φύλακες των όρκων. 255 Βάρβαρα εγώ όχιορκίζουμαιδε θα σε βλάψω, αν θέλει νίκη να δώκει μου ο θεός και τη ζωή σού πάρω· Μον σα σε γδύσω απ' τ' άρματα, θα δώκω στους δικούς σου πίσω, Αχιλιά, το λείψανο. Έτσι κι' εσύ να κάνεις

Έγραφαν ακόμα, καθώς είπαμε, και λαλούσαν οι ρήτορες. Σκοτάδι και κοσμοχαλασιά τον ονόμαζαν αυτό τον ξολοθρεμό της παλιάς λατρείας. Λόγια δεν έβρισκαν αρκετά σιχαμερά για καλογέρους και μαρτύρους.

Σου αρέσουν τα κεντήματα; Σου αρέσει το μαντήλι; Μαρτύρους βάνω το Χριστό και τη Κυρά Παρθένα, Ότι σου τ’ ωριοκέντησα με την καρδιά μου όλη.... Όπως δε θα είταν ικανή καμμιά άλλη να το κάνη.... Πε μου σου αρέσει, Κωνσταντή, τ’ ωριόπλουμο μαντήλι;— Ρίχνει τα μάτια ο Κωνσταντής απάντω στα κεντίδια, Κυττάζει και θυαμαίνεται της κόρης την αξιάδα.

Βρίσκουν το σπίτι κλειδωτό, κλειδομανταλωμένο, Και τα σπιτοπαράθυρα πούταν αραχνιασμένα. "Άνοιξε, μάννα μου, άνοιξε, και να τήν Αρετή σου.„ "Αν είσαι χάρος, διάβαινε, κι άλλα παιδιά δεν έχω. Η δόλια η Αρετούλα μου λείπει μακριά στα ξένα.„ "Άνοιξε, μάννα μου, άνοιξε, κ' εγώ 'μαι ο Κωσταντής σου. Εγγυτή σούβαλα το Θεό και τους Αγιούς Μαρτύρους, Αν τύχη πίκρα για χαρά, να πάω να σου τη φέρω.„

Κι α μώρθη, γυιέ μου, θάνατος, κι α μώρθη, γυιέ μου, αρρώστια, Κι αν τύχη πίκρα για χαρά, ποιος θα μου τηνε φέρη;„ Το Θιό της έβαλ' εγγυτή και τους Αγιούς Μαρτύρους, Αν τύχη κ' έρθη θάνατος, αν τύχη κ' έρθη αρρώστια, Κι αν έρθη πίκρα για χαρά, να πάη να τηνε φέρη.

Το Θεό σου βάζω εγγυτή και τους Αγιούς μαρτύρους, πως αν τύχη κ' έρθη πίκρα για χαρά, αν τύχη κ' έρθη αρρώστια, ο χάρος να τόχη τριγυρισμένο το σπιτικό μας, στα δόντια του μέσα να σπαρταρούμε, στη μαύρη τη γης να μας κρυοσέρνη, τα σπλάχνα της να μας μαυροτρώνε, πάλι θα κάμω ζωή και φτερά και θα σου τηνε φέρω την Αρετούλα. Δέσπω.