Εγώ δε, μολονότι εγεννήθηκα ελευθέρα από ελευθέρους γονείς, εν τούτοις εις την Ελλάδα έφθασα δούλη, δοθείσα ως δώρον εις τον νησιώτην Νεοπτόλεμον, διαλεγμένη ως το καλλίτερον γέρας από όλα τα τρωικά λάφυρα. Τώρα κατοικώ εις τα γειτονικά πεδία της Φθίας και της πόλεως των Φαρσάλων, όπου η θαλασσία Θέτις κατώκει μαζί με τον Πηλέα φεύγουσα μακρυά από τους ανθρώπους.

Την εσπέραν της επιούσης ο Σκούντας και ο Τρανταχτής συνηντήθησαν εις το καπηλείον του μπάρμπα Κατούνα, παρά τον γραφικόν εκείνον αιγιαλόν, όπου ο εμβάτης έπνεεν εισκομίζων εις τους ηδυπαθώς κινουμένους ρώθωνας των δύο φιλοποτών τα θαλάσσια αρώματα, τα τόσον προσφιλή εις τους κατοίκους της παραλίας.

Ο γέρωΜπούμας ο περαματζής, μέσα στη μικρή του φελούκα, ακουμπισμένος στην κουπαστή, με το αρμίδι στα τρεμουλιαστά του χέρια, ακολουθούσε, με τα μεγάλα θαλασσιά μάτια του, ένα κοπάδι τρελλούς σπάρους, που τριγύριζαν γύρω στο δόλωμά του. Το μάτι του, παίζοντας ανάμεσα στερηάς και θάλασσας, πήρε τα παλικάρια που ροβολούσαν απ' το βουνό.

Ο μεταβαίνων να λουσθή, όπως και ο μεταβαίνων να πολεμήση, έχει πολλάς πιθανότητας να μη γυρίση. Διατί να μη εισαχθούν εις τα στρατιωτικά γυμνάσια και τα θαλάσσια λουτρά, ως ασκήσεις θάρρους; Υποθέτω ότι οι διοικούντες τον στρατόν μας κατά τον πόλεμον δεν είνε κολυμβηταί, άλλως θα ήσαν πλέον ριψοκίνδυνοι ή θα είχαν πνιγή, ότε δεν θα επαθαίναμεν ίσως όσα επάθαμεν.

Η θειά-Σοφούλα ολίγον ανησύχει περί της ιδιοτροπίας ταύτης του συζύγου της, όστις ήτο αγαθός άνθρωπος εις τας καλάς του ώρας. Έπειτα ο μπάρμπα-Κωνσταντής σπανίως εφαίνετο εν τη πολίχνη. Αφότου έπαυσε τα θαλάσσια ταξείδια, ησχολείτο αποκλειστικώς εις την καλλιέργειαν των κτημάτων του.

Η θαλασσία νύμφη επλησίασεν ηρέμα, δι' ομαλού κινήματος, προ τον δεσμώτην, και κτυπήσασα διά της ουράς τας αλύσεις, τας διέρρηξεν. Ο Αννίβας ευρέθη όρθιος και ελεύθερος εν ακαρεί. Εγονυπέτησεν αυτομάτως. Αλλ' η νύμφη διολισθήσασα ταχέως επήδησεν εις την θάλασσαν, περιρραίνουσα το κατάστρωμα δι' ύδατος και έγεινεν άφαντος. Ο Βελμίννης έμεινε κατάπληκτος, διαπορών μη ήτο όνειρον το συμβάν τούτο.

Ποιος ξέρει; δεν πιστεύω να είνε αυτή, είπεν είς των ναυτών, όστις επεθύμει να ήτο τρόπος να μην ήτο αυτή, διά ν' απαλλαγή νέου, προσθέτου και λίαν ανιαρού κόπου. — Αυτή είνε, χωρίς άλλο, είπεν άλλος, όστις επεθύμει να ήτο εκ παντός τρόπου αυτή, διότι μεγάλως τον εκέντριζεν η περίεργος αυτή θαλασσία σκηνή, αν κατώρθονον να συλλάβωσι την βάρκαν, μετά της γυναικός και του εραστού της.

Ο μικρός μάγκας είχεν ακούσει πολύ συχνά από παιδία μεγαλείτερα απ' αυτόν παμπόλλας διηγήσεις περί φαντασμάτων, το οποία έβγαιναν τακτικά την νύκτα εις το παλαιόν έρημον χωρίον, εν μέσω τόσων ερειπίων, επάνω εις τον βράχον τον υψηλόν, τον με θαλασσωμένα τα σκέλη γίγαντα, όπου η ηχώ των κυμάτων, το οποία εχόρευε μαινόμενος ο βορράς νύκτα και ημέραν, αντήχει εις τα καθίσματα των βράχων, κάτω, εις τα άντρα τα θαλάσσια.

Έκαμε ταχέως δύο σταυρούς και απεμακρύνθη. Η ιαχή των κυμάτων υπόκωφος, μονότονος, ανήρχετο από τα θεμέλια των βράχων, από τα θαλάσσια άντρα.

Κάλια στη Φτιά ας γυρίσουμε με τα θαλάσσια πλοία 205 ξανά, αφού μπήκε σου κακός έτσι θυμός στα σπλάχνα. Τέτια συχνά όλοι σωρεφτοί μου σκούζατε· να! τώρα σφαγής βαριά άνοιξε δουλιά πούχατε πριν σας πόθο, και σύρτε μ' άτρομη όλοι σας καρδιά να πολεμήστεΈτσι είπε, και τους έβαλε απόφαση και θάρρος, 210 και πιο όλοι οι λόφοι πύρωσαν μ' τ' αρχηγού το λόγο.