ΓΛΟΣΤ. Αυτός μου εξεσκέπασε τους πονηρούς σκοπούς του, κ' ενώ του αντιστέκετο, 'πληγώθηκε όπως βλέπεις. ΚΟΡΝ. Τον κυνηγούν τον Έδγαρ; ΓΛΟΣΤ. Ναι. ΚΟΡΝ. Αν τον συλλάβουν, τότε δεν έχει φόβοντο εξής άλλο κακόν να κάμη! Να τον παιδεύσης ημπορείς ό,τι παιδείαν θέλεις. — Ως προς εσέν' απέδειξες την σήμερον, Εδμόνδε, και αρετήν κ' υποταγήν. Σε θέλω ιδικόν μου.

Εγώ με χέρια βέβαια δεν θέλω πολεμήσει Διά την κόρην, ούτ' εσέν', ούτε κανέναν άλλον· Ότι εσείς την παίρνετε, 'πού μέ την εδωσέτε. Από δε τ' άλλα, όσα μ' είν' 'ς το μαύρο το καράβι, Δεν θέλεις πάρη τίποτε χωρίς το θέλημά μου. Ει δ', έλα δα δοκίμασε, για να ιδούν και τούτοι. Ευθύς το μαύρο αίμα σου θα ρεύσ' εις το κοντάρι.

Τα λόγια, που αλλάξαμεντον δρόμον, κ' αι ευχαί μας, ίσως θα έλθη ο καιρός να πληρωθούν, Εδμόνδε. Τώρα να φύγης! Πήγαινε να εύρης τον γαμβρόν μου. Εσέν' ας κάμη στρατηγόν και στράτευμ' ας σηκώση! 'Πάγωτον άνδρα μου κ' εγώ τα όπλα να του πάρω, και να του δώσω να κρατήτα χέρια του την ρόκαν!

Μωρέ μούτρα! είπε πάλιν η ξαδέρφη μου. — Καλλίτερα 'νε τα δικά σου; — Μωρέ, ό,τι κια λες δε σ' αγαπά. — Όι, εσέν' αγαπά! Η ξαδέρφη γέλασε: — Εμένα; Δε μου χρειάζεται η γιαγάπη τση. Από κείνη τη μέρα, για να ερεθίζουν τη ζήλια μου, μούλεγαν κάθε λίγο πως το Βαγγελιό δε με ήθελε, γιατ' ήμουν μικρός, κιότι γλίγωρα θάτρωγα τη χυλόπητα από το Γιάννη.

αφίνω, και μισεύω, ολόχρυσο πουλί· Βαριά που με πλακόνει παράπονο πολύ. Τρέμει η καρδιά μου, δαίρει, ανήσυχη βαρεί· Ο τόπος που 'χε πρώτα, μου λέει, δεν τη χωρεί. Ο νους μου στο κεφάλι δε θέλει να σταθή, Κοντά σου γύραις φέρει, κι' εσέν' ακολουθεί. Χαμένος οχ τη γνώσι το δρόμο περπατώ, Εδώ κι' εκεί κυττάζω, να σε ιδώ ζητώ. Κινιούμαι, κοντοστέκω με ζάλης ταραχή.

Πάντα μαλώματ' αγαπάς, και πόλεμους και μάχαις. Ει δε πολ' είσαι δυνατός, τούτ' ο Θεός σε το 'δωσ'. Ύπαγετην πατρίδα σου με τους δικούς σου φίλους, Και μ' όλα τα καράβια σου, και δα τους Μυρμηδόνας Βασίλευε. Κ' εσέν' εγώ δεν σε ψηφώ, αλλ' ούτε Φροντίζω, αν εθύμωσες· αλλά και σε καυχηούμαι.

Ο Γιάννης με κύταζε και χαμογελούσε πειραχτικά, σα να μου φάνηκε· κεγώ άρχισα να κλαίω από πείσμα αδυναμίας. Το Βαγγελιό αφήκε σε λίγο το χορό, ήρθε και κάθησε κοντά μου κιαφού με πήρε στα γόνατά της, μούπε. — Γιάειντα κλαις, Γιωργιό μου; Δεν το κατές πως εσέν' αγαπώ; — Και το Γιάννη δεν τον αγαπάς; είπα μαναφιλητό.

ΜΑΚΒΕΘ Προς τι 'σάν τον ανόητον εκείνον τον Ρωμαίοντο ιδικόν μου το σπαθί επάνω ν' αποθάνω; Ενόσω βλέπω ζωντανούς, καλλίτερ' ας πληγόνω ξένα κορμιά! ΜΑΚΔΩΦ Γύρνα εδώ, γύρνα, σκυλί του Άδου! ΜΑΚΒΕΘ Εσέν' απ' όλους μεταξύ σ' απέφευγα. Τραβήξου! Μου φθάνει όσον αίμα σου βαρύνει την ψυχήν μου. ΜΑΚΔΩΦ Δεν έχω λόγια! Το σπαθί είν' η φωνή μου.

Ποιος πάλε, δόλιε μου, θεός μ' εσέν' είχε συμβούλιο Πάντα σ' αρέζει χωριστά να είσ' απότ' εμένα, Κρυφά να συλλογίζεσαι, και να αποφασίζης. Ποτέ σου δεν υπόφερες, να με ειπής κ' εμένα, Κανέναν λόγον πρόθυμα, οπούτον νουν σου έχεις. Ύστερα είπε των θεών κι' ανθρώπων ο πατέρας· Ήρα, όλους τους λόγους μου μη έλπιζε να μάθης· Αυτό σε είναι δύσκολον, κι' αν είσαι σύζυγός μου.