Αδίκως λοιπόν κατηγορούμεν τον παρόντα αιώνα ως φιλοχρηματώτερον των παρελθόντων. Ο χρυσός υπήρξεν ανέκαθεν ο σεβαστότερος επί της γης θεός, προφήται δε αυτού οι Εβραίοι· κατ’ εκείνην δε μάλιστα την εποχήν και αυτό το Ευαγγέλιον εγράφετο διά χρυσών γραμμάτων, όπως εμπνέη σέβας εις τους πιστούς.

Αν εγράφετο εις τοιούτον ύφος το βιβλίον, ήθελον πιθανώς το εύρει ηθικώτατον οι συνάδελφοί σας, αλλ' εγώ, κ. εκδότα, ήθελα το στείλει εις Καπερναούμ την παραθαλασσίαν, διότι ούτε τας γλυκανόστους φράσεις ούτε το εγκώμιον της κακοηθείας κατορθώνω να χωνεύσω• και διά τούτο ίσως με ωνόμασαν μισάνθρωπον οι Αγρινιώται.

Οι Ρωμαίοι ήσαν βεβαίως πολυάριθμοι την εποχήν εκείνην εν Ιουδαία, και η γλώσσα των εγράφετο κατά τον συνήθη τρόπον επί της προτομής των κυκλοφορούντων νομισμάτων.

Άνευ αυτού ο Κ. Πλατέας επνίγετο και δεν εγράφετο η παρούσα ιστορία. Ιδού πώς συνέβη το πράγμα: Δεν ήτο κολυμβητής περίφημος ο Κ. Πλατέας, αλλ' ηδύνατο όπως δήποτε να πλέη, ηρέσκετο δε προπάντων εις το να απλώνη τα νώτα επί των υδάτων. Ανεπαύετο λοιπόν ούτω μίαν θερινήν ημέραν, πλέων ανάσκελα.