Τα δε χρώματα να μη τα μεταχειρίζωνται παρά εις τα πολεμικά κοσμήματα· θεοπρεπέστερα δε δώρα είναι τα πτηνά και τα αγάλματα, όσα ημπορεί να αποτελειώση ο τεχνίτης εις μίαν ημέραν. Και τα άλλα δε αφιερώματα ας είναι σύμφωνα με αυτά.

Αλλά τα άφθονα τούτα φυσικά δώρα θα εμαραίνοντο, θα έμεναν στείρα, αν ο Αμλέτος επερνούσε την νεότητα του εις την μολυσμένην ατμοσφαίραν της κοινωνίας και της Αυλής όπου εγεννήθη.

Η φυλακ' είναι μια φωτιά, η φυλακ' είνε λάβρα, Η φυλακή μού τάβαψε τα σωθικά μου μάβρα... Μόνο ο Βεργής, απ όλους μες το Ένα , ήταν τυχερός. Ήρθε η γυναίκα του από το χωριό, να τον ιδή, να του φέρη και καθελοής δώρα, πούχε στο φτωχικό τους. Βρήκε αράδα, κ' εμπήκε στην αβλή, κι ο Κυρ-Λοχίας άναψε από τη λιμπιστή την ομορφάδα της.

Οι δε Λυδοί, αφιχθέντες εις τους ιερούς τόπους όπου εστάλησαν, απέθεσαν τα αφιερώματα και ηρώτησαν τα χρηστήρια λέγοντες· «Ο βασιλεύς των Λυδών και άλλων εθνών Κροίσος, αναγνωρίσας ότι τα μαντεία σας είναι τα μόνα αληθή επί της γης, σας ανταμείβει με τα δώρα ταύτα διότι εμαντεύσατε τι έπραττε· τώρα δε σας ερωτά εάν πρέπη να στρατεύση κατά των Περσών και εάν πρέπη να προσλάβη σύμμαχον άλλου έθνους στρατόνΚαι ούτοι μεν ταύτα ηρώτησαν· αμφότερα δε τα μαντεία την αυτήν γνώμην εξέφερον, προειπόντα εις τον Κροίσον ότι εάν εξεστράτευε κατά των Περσών ήθελε καταστρέψει μέγα βασίλειον.

Έλαβεν από έν ζεμπήλι, κρεμάμενον εις το πλευρόν του σαμαρίου, προσόψιον λευκόν τυλιγμένον, όπου ήσαν τα θρησκευτικά δώρα, τα οποία είχεν ονομάσει ο καπετάν Γεωργάκης και τον ηκολούθησεν. Είχε τόσα χρόνια ανεξαγόρευτος, όλας τας αμαρτίας της νεότητός του τας είχεν ακόμη φορτωμένος εις την συνείδησίν τουτα σαρκικά πάθη και όλα τα λοιπά.

Έλα εδώ, Δώρα. Οι παραπάνω, ΔΩΡΑ Καλησπέρα σας κύριε. Μπαμπά μου. ΜΙΣΤΡΑΣΕίδες πως σ' επρόδωκα, κοκκώνα μου; Θα μ' έχης μια φούρκα, μάτια μου. ΦΛΕΡΗΣΤι τρόπος είναι αυτός; Ω; πότε θάσαι αγρίμι; Δώσε το χέρι σου στους κυρίους. Δε γνωρίζεσαι με τον κ. Νίκο; Ω! βέβαια . . .

Μη φοβάσαι, κοπέλλα μου, μη φοβάσαι, την καθησύχασε κείνος· έχω δυο μάτια εγώ, δυο μάτια που βλέπω· ένα για τα ψηλά κ' ένα για τα χαμλά... μη φοβάσαι. — Δυο μάτια είχε κι ο αδερφός σου. — Μα δεν είχε μαζί του το φυλαχτό. — Ποιο φυλαχτό; — Εσένα, ψυχούλα μου... Έφτασε ως τόσο κ' η μέρα του γάμου. Από την προπαραμονή άρχισαν νάρχωνται πλήθος τα δώρα.

Μάρτυρας ο Παυσανίας, που με τα μάτια του τα είδε και τα ιστόρησε. Ως και τα πλούσια λοιπόν εκείνα δώρα που μας έσπειραν οι Ρωμαίοι, ως κ' οι καλοτυχιές που μας έφεραν οι καλλίτεροι τους, δεν ανθίζανε στρωμένες απ' άκρη σάκρη της χώρας, παρά σαν ξένα λούλουδα φυτρωμένα σε μαρμάρινες γλάστρες εδώ και κει.

Αλλ' ειπέ μου, σε παρακαλώ, ποίαν ωφέλειαν έχουν οι θεοί από τα δώρα μας; Διότι όσα μεν καλά μας δίδουν οι θεοί, εις κάθε άνθρωπον αυτά είνε φανερά.

Κι ωστόσο, ενώ στον κύκλο της πρακτικής κ' εξωτερικής ζωής αφαίρεσε από την ενέργεια την ελευθερία της κι από τη δραστηριότητα την εκλογή της, στην υποκειμενική σφαίρα, όπου δουλεύει η ψυχή, μας έρχεται αυτή η τρομερή σκιά με πολλά δώρα στα χέρια της, δώρα αλλόκοτων ιδιοσυγκρασιών και λεπτών ευαισθησιών, δώρα άγρια πόθων και παγερών διαθέσεων αδιαφορίας, πολυσύνθετα και πολύμορφα δώρα σκέψεων με ποικιλία αναμεταξύ τους, και παθών που αντιπαλαίουν τόνα με τάλλο.