Και το μυαλό του Ρωμιού συνήθισε έτσι, από το περίφημο σκολειό και από τους λόγους των ρητόρων και τα άρθρα των εφημερίδων, στην εύκολη σκέψη, δηλαδή στην άρνηση της σκέψης, και τεμπελιάζει και δε στοχάζεται τίποτα αληθινά, αφού φτάνει να βάζει κανείς λέξες τη μια κοντά στην άλλη χωρίς λόγο, σειρά και αφορμή, και να γεμίζει τον αέρα με ήχους ή το χαρτί με μυγοχέσματα, για να λέγεται γραμματισμένος, σοφός ή επιστήμονας, για να βρει νύφη με προίκα, ή για να γίνει ρήτορας στη Βουλή των Ελλήνων.

Μοναχοί μας θάμαστε... Κανένας γραμματισμένος δεν είνε για να μας γελάση.... Η αγιωσύνη σ' βρίσκεις τον ήχο του μπάρμπα Φιλιππή, κ' εγώ του λέω τα λόγια όσα θυμούμαι. Νάξερα από μέσα απ' το χαρτί να διαβάσω, θαρρώ πώς δε θα ήτον αμαρτία να ψάλω και μοναχή μου. Ως τόσον επλησίαζε μεσονύκτιον, και δεν ήτον ελπίς να έλθη πλέον ο μπάρμπα-Κωνσταντός, ο τρίτος πάρεδρος.

Παράτολμα πηδήματα δεν εννοούσε να κάμνη μήτε ριζικές αλλαγές να φέρνη στα σύχρονά του συστήματα· μα μήτε είταν ο κατάλληλος, αφού το νάθρεφε μεγάλη ευλάβεια προς το Χριστιανισμό δε θα πη πως είχε χωνεμένα κι όλα τα ηθικά στοιχεία της νέας θρησκείας. Ο Κωσταντίνος δεν είταν άνθρωπος μήτε γραμματισμένος μήτε θεωρητικός. Στα θεωρητικά μάλιστα, καθώς αργότερα θα δούμε, είταν και κάμποσο πεζός.

Και τον καιρόν που ήμουν δοσμένος εις αυτά τα σπουδαστήρια, έρχεται ένας Αμπασατόρος από τον Κουτμπεδίν βασιλέα της Κασγάρ ζητώντας του βασιλέως μου διά να με στείλη εμένα και τον Φατζέλ, άλλον φιλόσοφον, προς αυτόν επειδή επιθυμούσε διά να μας ιδή, με το να ήτον και εκείνος ο βασιλεύς σοφός, και πολλά γραμματισμένος.

Που αλήθεια τρώγει και κοκκινίζει, Μόνε σε τέτοια τη γλώσσα ορίζει. Κι' έχω μαρτύρους να το βεβιόσουν, Και την αλήθεια να μη προδώσουν. Έχω κυρ Σπίρο τον Αλαμάνο, Οπού μετάνοια βαθιά του κάνω. Τον Μπικιαρούλη, που συχνοπίνει, Τον Νικολάκη που καταπίνει. Κι' ο Μπρούτζος σ' τούτους, κι' ο Οικονομάτης Γραμματισμένος ανοιχτομάτης, Αφ' ού και δώκουν τη μαρτυρία, Δεν είναι άλλη αντιλογία.

Ψυχάρη; — Όσο γίνεται σωστό, και βέβαια! Τι περίεργο ρώτημα! Παρατηρήστε, σας παρακαλώ, πως σε κανένα μέρος του κόσμου, δε ρωτά ο λαός, μα μήτε κι ο γραμματισμένος, την ώρα που πάει να πη μια λέξη και προτού την πη· «Σωστό είναι αφτό που θα πω; Και γιατί και πώς είναι σωστόΤα λέει ο καθένας, επειδής έτσι τα βρήκε· τα βρίσκει έτοιμα και τα λέει.

Έπειτα κάνοντας να σταματήση το αμάξι εις τον αέρα, εγύρισα προς τον βασιλέα και του είπα: Αδικοκριτά Σουλτάνε, που ηθέλησες να με κάμης να χαθώ ωσάν έναν τρισάθλιον πταίστην· ήξευρε ότι εγώ δεν είμαι ο μάγος που στοχάζεσαι, μα είμαι ένας γραμματισμένος που ημπορώ να κάμω πράγματα ακόμη πλέον θαυμάσια από εκείνα των οποίων οι οφθαλμοί σου είναι μάρτυρες.

Όταν δε την εσπέραν της εορτής επήγαν εις τον Ναόν και έψαλαν παράκλησιν και ευχαριστίαν, ενώπιον της εικόνος του Αγίου και τα τρία πρόσωπα του ιστορήματος, ο γέρων ιερεύς εις το τέλος ως γραμματισμένος οπού ήτο και μουσικός, επήρε το βιβλίον της Ψαλτικής και έψαλε με ιδιαιτέραν χάριν το Δαβιτικόν άσμα, πολύ κατάλληλον εις την περίστασιν εκείνην: «Το εσπέρας αυλισθήσεται κλαυθμός, και εις το πρωί αγαλλίασις».

Διατί τον απέσπασαν από την ευτυχίαν του και τον κατεδίκασαν να κάθεται επί ώρας ακίνητος, υπό την απειλήν των βλοσυρών βλεμμάτων ενός κακού ανθρώπου, μεταξύ τεσσάρων τοίχων; Διά να μάθη γράμματα; Τι να τα κάμη τα γράμματα; Αυτός πάντοτε θα εγίνετο βοσκός και κανείς από τους βοσκούς που εγνώριζε δεν ήτο γραμματισμένος. Είχεν άλλως σχηματίσει πεποίθησιν ότι ήτο αδύνατον να μάθη γράμματα.

Τι θα κάνης; Ψαράς θα γίνης να μαζεύης πεταλίδες, για περαματζής, να σε τρώη ο ήλιος κι' ο χειμώνας; Να γίνης παπάς, να σε σέβεται και να σε προσκυνά ο κόσμος. Τον κατάφεραν. Από μικρό παιδί στις εκκλησίες, γραμματισμένος, κανονάρχος, θρήσκος, ήξερε την τάξη της Εκκλησίας καλύτερα από τους ιερωμένους. Μια Κυριακή τον χειροτόνησε ο Δεσπότης διάκο, σε λίγο τον έκανε και παπά. Κι' άφησε τη θάλασσα.