Στο φανέρωμα της φλογερής γυναικίας αγάπης ωρίμασα διά μιας. Και καθώς η πεταλούδα βγαίνει από το κουκούλι της και πετά, βρέθηκα σε νέο κόσμο και σε νέο φως έβλεπα τον εαυτό μου και την αγάπη μου. Νόμιζα ότι σε μια στιγμή από παιδί έγινα άντρας και στα μάτια της ψυχής μου ανοίχτηκαν μυστήρια.

Μια που βρέθηκα στα λουτρά για την ισχιαλγία μου δεν μπόρεσα να ξεφύγω αυτή την αγγαρία. Εκείνο που μ' ενδιαφέρει είναι η ιστορία σου. Λέγε μου. Λέλα. Έλα, χρυσό μου. Ξέρεις πόσο σ' αγαπώ. Σου τα είπα όλα. Η ΘΕΑΤΡΙΝΑ. Δεν μούπες τίποτε. Μούπες μονάχα πως ο Τάσσος ταράχθηκε πολύ άμα σε είδε εδώ. Τον αγαπάς πάντα; ΛΕΛΑΑυτό είναι που δεν ξέρω κ' εγώ.

Η ΘΕΑΤΡΙΝΑΌμως ήρθες να τον βρης εδώ ενώ ήξερες πως έχει τώρα μαζή του την κόρη του και δεν έπρεπε ναρθής. ΛΕΛΑΔεν ξέρω κ' εγώ πώς βρέθηκα μέσα στο βαπόρι και πώς βρίσκομαι εδώ. Μου φαίνεται πως είμαι υπνοβάτις και μία δύναμι με διευθύνει που δεν μπορώ να της αντισταθώ. Ήθελα να τον ιδώ ακόμα μια φορά. Νόμιζα πως αυτό θα μ' έφθανε. Ύστερα είδα πως δεν μ' έφθανε.

Αντίς να τη συνηθίσουν την κακόσυρτη την αρχόντισσα στον καημό της, να πηγαίνουνε να τη σπαράζουνε μέσα σ' ένα μερόνυχτο. Καλά δα που βρέθηκα και γω να της δώσω λίγη βοήθεια. Τι θάκανε δίχως εμένα και γω δεν ξέρω. Μάτι δε σφαλήξαμε όλη νύχτα. Κι απόψε πάλε τα ίδια. Όσο για το ταχύ, ο Θεός πια να μας λυπάται. Αν το βαστάξη η αρχόντισσα κι αύριο, από χάρο πια φόβο δεν έχει.

Ήμουν μεταξύ δέκα τριών και δέκα τεσσάρων ετών όταν στις διακοπές του Πάσχα πήγα στο χωριό. Στο σπίτι μας βρήκα το Βαγγελιό κη σκέψη πως είχεν έρθει επίτηδες, γιατί με περίμενε, μέκαμε να πετάξω. Αλλ' όταν έφυγα από την αγκαλιά της μάνας μου για να πάω σαυτήν, βρέθηκα σε μια κατάσταση που δεν την είχα γνωρίσει έως τότε. Είχα παραλύσει κέτρεμα.

Όταν είδε μακρόθεν τον πατέρα, τον κηπουρόν, να τρέχη προς τα εδώ, εγύρισε το σώμα με την κεφαλήν κάτω, και το εκράτει προσωρινώς ούτω διστάζουσα και έντρομος. — Τι είναι; . . . Τι τρέχει; έκραξεν εν άκρα απορία ο Γιάννης. — Να! καλά που βρέθηκα! εφώναξε προς τούτον η Φραγκογιαννού . . . Ηρχόμην από τον Ανάγυρο με το κοφίνι μου.

Δεν αποβάσταξε όμως ως τέλος ο χρυσόκαρδος ο Ιεράρχης, μόνο μιλώντας απάνω σε μια από τις μεγαλήτερες εκείνες συφορές, συνεπήρε τον ταραγμένο του νου η θλίψη κ' η απελπισία, αντρίκια όμως κι αυτή. «Ως πότε» έλεγε «ως πότε θα στέκουμαι στα τειχίσματα απάνω;... Πάει πια, πιανούμαστε, δενούμαστε, πουλιούμαστε σκλάβοι... Κι ως τόσο εγώ θα μείνω εκεί που βρέθηκα, στην Εκκλησιά μου, στη χώρα μου.

Σ' όλο το βιβλιαράκι αναφέρνεται η Ελλάδα ως διδόμενο ως βάση ασάλευτη. Μα ποιος λέει πως είναι η Ελλάδα πραγματικότητα; Μη φοβάστε, δε με ταράζουνε βυζαντινά όνειρα, δεν έχω στο νου μου τη Μεγάλη Ιδέα. Έκαμε τη δουλειά κι αυτή για μιαν ώρα, και την ώρα εκείνη είτανε πραγματικότητα. Αλλά ρωτώ τον κ. Σκληρό τι θα έλεγε αν βρίσκουνταν αυτός σε κάτι περίστασες που βρέθηκα εγώ έξαφνα.

Μπήκα το λοιπόν, και από κάμαρα σε κάμαρα, μπρος ο δούλος πίσω εγώ, βρέθηκα μπροστάτον κυρ Αγησίλαο. Τι σπίτι, καϋμένη Μαριώ! Καλά που έβαλα τα καινούργια μου παπούτσια. — Ουφ, καϋμένε . . . λέγε τι σου είπε, και άφησε της φλυαρίαις. — Τι μου είπε; και θυμάμαι θαρρείς; Τι κάνουμε, πώς περνούμε, πόσα παιδιά έχομε . . . αν είμαστε στενοχωρημένοι, χίλια δυο.

Όχι, εγώ θα ζήσω στον κόσμο, στον κόσμο θα μεγαλώσω, κι από τον κόσμο απομέσα θα τους πλερώσω τους φίλους... Σκουλαρίκι να το κρεμάσουν. ... Έκλεισα τα μάτια μου κι αποκοιμήθηκα. Και στον ύπνο μου είδα παράξενο όνειρο. Βρέθηκα σ' εκκλησιά μέσα. Λαμπάδες, ψαλμωδίες, κόσμος. Κι ως τόσο μια καταχνιά, που όσο κι αν έφεγγε, δεν έβλεπα τίποτις μακριά. Σε ποιο μέρος της εκκλησιάς βρισκόμουνα δεν ήξερα.