Γιατί, όπως η τέχνη ενός τόπου, μονάχα όταν έρχεται σε συνάφεια με την Τέχνη ξένων λαών, αποκτά εκείνη την ατομική και ξέχωρη ζωή που τη λέμε εθνισμό, έτσι αλλοκότως αντίστροφα μονάχα εντείνοντας την ατομικότητά του μπορεί κι ο κριτικός να ερμηνεύη την ατομικότητα και το έργο των άλλων κι όσο δυνατά μπαίνει η προσωπικότης αυτή στην εξηγήση, τόσο πραγματικώτερη γίνεται τούτη, τόσο πιο ικανοποιητική, πιο πειστική, πιο αληθινή.

Το χείριστον δε πάντων είναι, όταν αυτή η φύσις του μυελού νοσήση διά τινα έλλειψιν ή υπερβολήν, και τούτο παράγει τα μέγιστα νοσήματα και τα μά- λιστα ικανά να φέρωσι τον θάνατον, διότι τότε εξ ανάγκης πάσα η φύσις του σώματος βαίνει αντίστροφα.

Αυτός λοιπόν είναι ο σκοπός μας, εις τον οποίον πρέπει να σημαδεύωμεν, ως βέλη όμως αυτού και κάπως ως ορμή των βελών ποίοι λόγοι ημπορούν να ριφθούν όσον το δυνατόν επιτυχώς; Νομίζομεν ότι πρώτον μετά τους Ολυμπίους και τους πολιούχους θεούς εάν αποδώση κανείς τα ζυγά και τα δεύτερα θύματα και τα αριστερά των μέλη εις τους θεούς του Άδου, θα επιτύχη ορθότατα τον σκοπόν της ευσεβείας, εις δε τους θεούς οι οποίοι ευρίσκονται επάνω από αυτούς τα μονά και τα αντίστροφα με όσα είπαμεν προηγουμένως.

Όταν πάλιν περί όλων αυτών γίνη ανάγκη να ομιλήση ο μικρόψυχος εκείνος και οξύθυμος και δικανικός, αυτός πάλιν κάμνει τα αντίστροφα.