Αλλ' ο φιλόσοφος απείχεν αυτής υπέρ τα πεντακόσια βήματα. Η Αϊμά ησθάνθη ρίγος, και τυλιχθείσα εις το περιώμιόν της έσπευσε να επανέλθη έμφοβος εις το σπήλαιον. Ήναψε τον λύχνον, διότι το σκότος επήλθεν ήδη προ της νυκτός. Φαίνεται δε ότι την ημέραν εκείνην είχε συμβή έκλειψις ηλίου. Μετ' ολίγον ήλθε και ο φιλόσοφος.

Τόσον μόνον μάθε, ότι ευθύς ως εγεννήθη, έδωκαν περί αυτής χρησμόν &οι θεοί&..... Ενταύθα του λόγου είχε φθάσει η αδελφή Σιξτίνα και αίφνης ηκούσθη έξωθεν της θύρας του υπερώου φωνή καλούσα αυτήν ονομαστί·Σιξτίνα! Σιξτίνα! Η μοναχή διέκοψεν αποτόμως την σειράν της διηγήσεώς της και ηγέρθη. — Ποίος να είνε; είπεν έμφοβος. Η νέα κόρη επτοήθη και αυτή, και συνεστάλη άκουσα παρά την γωνίαν της.

Και πάλιν, αφήσας το μυκώμενον πλήθος έξω, λαμβάνει τον Ιησούν έσω εις το Κριτήριον, και Τον ερωτά έμφοβος, «Πόθεν ει ΣυΔι' αυτόν ο Ιησούς είχεν ομιλήσει αρκετά ήδη. Δεν απήντησε.

Προχωρεί τότε έμφοβος και σφαλλόμενος, ατενίζων προς νότον την έρημον ακτήν, μετά τρόμου φυγάδος, φοβουμένου μη αντικρύση τον διώκτην. Ουδεμία λέμβος εφαίνετο. — Καπετάν-Παρμάκη! Κραυγάζει τώρα τρέμων, κινδυνεύων. — Καπετάν-Παρμάκη! απήντησεν πάλιν η ηχώ, θρηνώδης, ως βόμβος οικίας, κραδαινομένης από σεισμού.

Όταν ήστραπτε κεβρόντα, εσταυροκοπείτο έμφοβος, ψιθυρίζων: «Μήστητί μου, Κύριε, μήστητί μου, ΚύριεΔιότι την βροντήν εθεώρει ως την απειλήν της θείας αγανακτήσεως, όπως εις την χαρμονήν της ανθισμένης και φωτολουσμένης φύσεως έβλεπε το μειδίαμα της θείας αγαθότητος.

Εκείνος ήκουσε την διήγησιν πλειοτέρας παρατηρήσεις εκφέρων ή όσην ακρόασιν έδιδεν. Όταν τέλος ήκουσε πως, μετά τον διά του δάσους τυφλόν και σκοτεινόν δρόμον των, έπεσαν εις το ύδωρ της λίμνης, έμφοβος ανέκραξεν: — Επέσατε μέσα στη λίμνη; Θαυμάζουμαι πώς δεν σας εκατάπιε το μάτι της λίμνης!

Έτσι λέγοντας εφύσησε εις το πρόσωπόν της Ρετζίας και ύστερον που είπε κάποια λόγια μυστικά, έγινεν άφαντος. Η βασίλισσα έμεινεν έμφοβος από τέτοιους φοβερισμούς, μα μην αγροικώντας καμμίαν μεταλλαγήν επάνωθέν της, εστοχάσθη ότι ο Αβικένας ευχαριστήθη μόνον εις το να την φοβίση.

Θεοκατάρατε! Ανεφώνησεν ακόμη μίαν φοράν η γραία, η σορός, απειλητικώτερον. Και ο γέρω-Μπαρέκος, αφού απεμακρύνθη έμφοβος, ετάχυνε κατόπιν το βήμα και έγεινεν άφαντος.

Κοντός, παχύς, μέσατα μαύρα τσόχινα, με άσπρο υποκάμισο, με την χρυσήν καδένα του. Κ' εκράτει στερεώς την Θωμαήν από της χειρός, ίνα μη προχωρή. Αλλ' αύτη, επιθυμούσα να προχωρήση, ώρμα προς τα κάτω πάντοτε λέγουσα: — Πάμε μέσα, που φοβάσαι μη σε φάνε! και είλκεν αυτόν. — Πού πας, αδελφή; παρετήρησε τότε ο μπάρμπ'-Αναγνώστης έμφοβος.

Είνε παραπέρα, εκεί . . . Στέκονται στο δρόμο μαζί μ' ένα γέρο απόμαχον . . . Έχουν πιάσει κουβέντα με τον γείτονά μας τον ψαρά, τον Φραγκούλη. — Και κυττάζουν κατά δω; — Κυττάζουν στην αμμουδιά, πέρα. Η γραία ήτο έμφοβος, κ' έφερε τας χείρας περί το πρόσωπον, ως διά να τραβήξη τα τσουλούφια της, ή να σχίση τα μάγουλά της. Η Μαρούσα την ώκτειρε.